Showing 5680 results

Authority record

Τεχνική Υπηρεσία ΛΤΘ

  • Υπηρεσία Οργανισμού
  • από 1930-2-19 έως έως 1954-1-11

Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 η Επιτροπεία του Λιμενικού Ταμείου Θεσσαλονίκης παραλαμβάνει τις εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες και το προσωπικό του τελωνειακού λιμένα από τη Γαλλική Εταιρία. Το οργανόγραμμα καθώς και οι υπηρεσίες παραμένουν ίδια. Η Τεχνική Υπηρεσία της Γαλλικής Εταιρίας λειτουργεί πλέον ως υπηρεσία του ΛΤΘ. Ο νέος οργανισμός λειτουργίας του ΛΤΘ θα κατατεθεί τον Μάρτιο του 1935 χωρίς να επιφέρει κάποια αλλαγή. Ένας νέος και πολύ πιο πλήρης οργανισμός και κανονισμός λειτουργίας κατατέθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1939. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η ενίσχυση της Τεχνική Υπηρεσία καθώς ορίστηκε ως ισοδύναμη με τη νεοπαγή Υπηρεσία Εκμετάλλευσης. Η αλλαγή αυτή υπηρετούσε το προσανατολισμό του ΛΤΘ ως λιμενικός οργανισμός τεχνικών έργων.
Με τη συγχώνευση ΛΤΘ και ΕΖΘ, η Τεχνική Υπηρεσία ΕΖΘ ενσωματώθηκε στην πρώην τεχνική Υπηρεσία ΛΤΘ με βάση την εγκύκλια διαταγή αριθ.13 στις 11 Ιανουαρίου 1954 με προϊστάμενο τον Ιωάννη Παπαδόπουλο η οποία εξελίχθηκε στις κατόπιν σε Τεχνική Υπηρεσία ΕΖΛΘ. Με βάση την ίδια εγκύκλιο διαταγή, η Υπηρεσία Γερανών του τέως ΛΤΘ ενσωματώνεται στο Τμήμα Μεταφορών της τέως ΕΖΘ, ενώ το τεχνικό μέρος, δηλαδή η συντήρηση και η επισκευή στην Τεχνική Υπηρεσία του τέως ΛΤΘ.

Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • από 1970-2-27 έως 2021

Το 1970 η ΕΖΛΘ μετονομάζεται σε Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια απλή μετονομασία, αλλά για την ολοκλήρωση μιας πορείας «εκσυγχρονιστικής» θεσμικής μετεξέλιξης της οργάνωσης της λιμενικής εργασίας γεγονός που καθιστά την ίδρυση του νέου οργανισμού τομή. «Ο εκσυγχρονισμός του Οργανισμού προϋπέθετε την ανάθεσιν της εν γένει εξουσίας, αντί της πολυαρχίας, εις μίαν και μόνην λιμενικήν αρχήν», γράφεται στο πρώτο Ετήσιο Στατιστικό Δελτίο του ΟΛΘ. Ως «πολυαρχία» χαρακτηρίζει «την παροχήν των λιμενικών εξυπηρετήσεων ανήκον εις υπηρεσίας ή οργανώσεις ή ακόμη και ιδιωτικάς επιχειρήσεις». Ο ΟΛΘ λοιπόν αναλαμβάνει «την καθ’ όλην ρυθμιστικήν πολιτικήν και λειτουργικήν κατάστασιν του λιμένος προς όφελος τούτου του σκοπού του, της περιοχής του και της Εθνικής Οικονομίας της χώρας». Πρόκειται για μια επιλογή επιστημονικού εξορθολογισμού της διαδικασίας της εργασίας μέσω της διοικητικής συγκεντροποίησης καθώς το παλιό μοντέλο «ενεφάνιζον συμπτώματα αναχρονιστικών μεθόδων και συστημάτων εκμεταλλεύσεως και λειτουργίας του λιμένος». Συγκεκριμένα, καλείται να διορθώσει το πρόβλημα της έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού στα πλαίσια του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού για την οικονομία και την βιομηχανία και στην ανεξαρτησία της διάθεσης των εργατικών χεριών. Οι διατάξεις που συμπληρώνουν τις αρμοδιότητές του νέου οργανισμού αναδεικνύουν έναν ισχυρό κρατικό φορέα καθώς στην πράξη κρατικοποιείται σχεδόν το σύνολο των φορτοεκφορτωτών εργασιών. Με αυτόν τον τρόπο, εγκαταλείπεται το παλιό μοντέλο το οποίο βασιζόταν εν πολλοίς σε διάφορες μορφές ιδιωτικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας με τους διάφορους οργανισμούς λιμένος να διατηρούν ρόλο αρχικά επιτελικό και στη συνέχεια μικτό.

Τέλος, το 1974, ολοκληρώνεται η λειτουργία της ΓΕΖ. Από τον σχετικό πίνακα παρατηρεί κανείς την πτώση και την στασιμότητα της εμπορικής διακίνησης των γιουγκοσλαβικών αγαθών και άρα της εμπορικής σημασίας της αυτόνομης λειτουργίας της Γιουγκοσλαβικής Ελεύθερης Ζώνης. Ως εκ τούτου, προκρίνεται από την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση μια εντελώς διαφορετική σχέση με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, καθώς η παρουσία της Γιουγκοσλαβίας στην Θεσσαλονίκη δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τους προπολεμικούς γεωστρατηγικούς σκοπούς λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να ικανοποιήσει τα πάγια αιτήματα της Βουλγαρίας για εμπορική έξοδο στην Θεσσαλονίκη. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΛΘ συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις για το Γιουγκοσλαβικό και Βουλγαρικό διαμετακομιστικό εμπόριο με σκοπό την ανάπτυξη και την εξυπηρέτηση των διακινούμενων μέσω του λιμανιού προϊόντων των χωρών αυτών.
Σε κάθε περίπτωση με το κλείσιμο της ΓΕΖ και την ενσωμάτωση των δραστηριοτήτων της στον ΟΛΘ, ο τελευταίος αναδεικνύεται στον μοναδικό λιμενικό οργανισμό της Θεσσαλονίκης ο οποίος έχει εξοβελίσει κάθε τρίτο, ενδιάμεσο ή ξένο, παράγοντα ενισχύοντας τον μονοπωλιακό ρόλο του, αλλά και τον κρατικό χαρακτήρα του λιμανιού. Ο ΟΛΘ δεν έχει πια καμία σχέση με την μεσοπολεμική ΕΖΘ, που ουσιαστικά ήταν μια επιτροπή φορέων υπό κρατική εποπτεία. Είναι πλέον αναπόσπαστο μέρος του κράτους με αναβαθμισμένο δημόσιο ρόλο στον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό των παραγωγικών δομών, την επιστημονική οργάνωση της εργασίας υπέρ της τοπικής, περιφερειακής και εθνικής οικονομίας. Τέλος, αποκτά κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξης της τοπικής κοινωνίας αναλαμβάνοντας τμήμα των δημόσιων έργων. Είναι η εποχή της θεμελίωσης των δημόσιων επιχειρήσεων κοινωνικής ωφέλειας.

Η περίοδος 1970-1990: Ο ΟΛΘ, «πρότυπο υγιούς επιχειρηματικής μονάδας του Δημοσίου Τομέα»

Ο νέος οργανισμός αποτελείται: α) από την «Ελεύθερη Ζώνη» η οποία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα της εδαφικής έκτασης του λιμανιού, είναι περιφραγμένη και αποτελεί «τελωνειακώς» ουδέτερο έδαφος. Στον χώρο αυτό διεξάγεται η από ξηράς ή θάλασσας εισαγωγή από το εξωτερικό ελεύθερων από δασμούς εμπορευμάτων τα οποία προορίζονται για εξαγωγή και πάλι στο εξωτερικό. β) από τον «λιμένα Θεσσαλονίκης» ο οποίος καταλαμβάνει μικρό τμήμα σε σχέση με όλο το λιμάνι και εκεί διακινούνται τα διακινούμενα στο εσωτερικό της χώρας αγαθά, δηλαδή από και προς το εσωτερικό. Ένα από τα πρώτα έργα της πρώτης διοίκησης του ΟΛΘ ήταν η συστηματοποίηση και απλούστευση της διαδικασίας παροχής της πάσης φύσεως υπηρεσιών προς του συναλλασσόμενους εμπόρους, βιομηχάνους, πλοιοκτήτες και το ευρύτερο κοινό εν γένει. Συγκεκριμένα, προχώρησε στην αναδιάρθρωση του Γενικού Τιμολογίου και την αναμόρφωση των όρων και του τρόπου προσδιορισμού και επιβολής των τελών και δικαιωμάτων, πάνω στην βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και τιμολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών, τέλος, «την ορθολογιστικήν αναδιοργάνωσιν των επί μέρους και γενικώτερων τομέων εκμεταλλεύσεως του Λιμένος».

Οι ραγδαίες εξελίξεις στην κίνηση του λιμανιού, σε συνδυασμό με την σημαντική επέκταση των λιμενικών εγκαταστάσεων και την αύξηση του λιμενικού εξοπλισμού έθεταν την ανάγκη μιας νέας λειτουργικής αναδιάρθρωσης του Οργανισμού, ιδιαίτερα μετά την ενσωμάτωση των αρμοδιοτήτων της τέως ΕΡΦΛΘ και του τέως Γραφείου Εργασίας Λιμένος Θεσσαλονίκης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκαν νέα γραφεία, προωθήθηκε ο συντονισμός και περιορίστηκε ο «φραγμός του στεγανού» που χώριζε με βάση την ορολογία της εποχής τις υπηρεσίες. Επιδιώχθηκε η «αξιοποίηση επί το αποδοτικώτερον του εμψύχου υλικού». Εκτός από την ανάληψη της ευθύνης των 800 περίπου λιμενεργατών, έγιναν προσλήψεις 35 διοικητικών υπαλλήλων, συστηματική μετεκπαίδευση του υπαλληλικού προσωπικού με Σεμινάρια και σε Σχολές, αποστολή ομάδων σε λιμάνια του εξωτερικού, πρόσληψη για την κάλυψη 40 θέσεων εργατοτεχνικού και υπηρετικού προσωπικού, αύξηση των θέσεων Αρχιεργατών από 16 σε 26 και των μονίμων λιμενεργατών κατά 50. Αυξήθηκαν σημαντικά οι απολαβές του προσωπικού (εργατοτεχνικού, εργατικού, βοηθητικού). Τέλος, τέθηκαν σε εφαρμογή μιας σειρά από Κανονισμοί για την οικονομική Διαχείριση, τις Προμήθειες, των αζήτητων εμπορευμάτων, της λειτουργίας του Οίκου Λιμενεργατών, ο Γενικός Κανονισμός Εργασίας, Λειτουργία Τηλεφωνικού Κέντρου, Ειδικός Κανονισμός Καταστάσεως Λιμενεργατών, Κανονισμός Καθηκόντων εργατοτεχνικού προσωπικού, Κανόνες ασφάλειας κατά την εργασία στο λιμάνι, κανόνες ασφάλειας σχετικά με την πυρασφάλεια. Τέλος, συγκροτείται ειδικό γραφείο Δημοσίων Σχέσεων το οποίο αναλαμβάνει την προώθηση και τη διαφήμιση του ΟΛΘ, την προαγωγή των σχέσεων με τους συναλλασσόμενους, αλλά την υποστήριξη ευαγών ιδρυμάτων. Τέλος, στα 1977 εισάγεται για πρώτη φορά η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Η δικαιοδοσία του λιμένα εκτείνεται στα 1970 επί χερσαίας λωρίδας κατά μήκος της παραλιακής ακτής πενήντα περίπου χιλιομέτρων, ενώ η έκταση του κυρίως λιμανιού των πέντε προβλητών και των ισάριθμων νηοδοχών όπου βρίσκονται οι λιμενικές εγκαταστάσεις έχει συνολικό εμβαδό 1.330.000 τμ εκ των οποίων τα 7.300.00 τμ καλύπτουν χερσαία επιφάνεια, ενώ τα 600.000 τμ υδάτινη. Το συνολικό μήκος των κρηπιδωμάτων ανέρχεται στα 4500 μέτρα μήκους και βάθους 25-38 ποδιών ή 8-12 μ. Ο κυματοθραύστης φτάνει τα 100 μ, οι στεγασμένοι αποθηκευτικοί χώροι ανέρχονται σε 70.000 τμ και οι ανοιχτοί σε 175.000 τμ, το σιδηροδρομικό δίκτυο φτάνει τα 15.000 μ και το οδικό τα 20.000 μ, υπάρχει πλήρες δίκτυο ύδρευσης ηλεκτροφωτισμού και υδροδότησης των πλοίων, μια σιταποθήκη (Silo) χωρητικότητας 20.000 τόνων με πλήρη αυτόματο εξοπλισμό παραλαβής και παράδοσης δημητριακών, ψυγεία χωρητικότητας 2.300 κμ, στάβλοι χωρητικότητας 1.000 μεγάλων ζώων και 4.000 μικρών και τέλος ιχθυόσκαλα για διακίνηση αλιευμάτων της τάξης των 100.000 τόνων ετησίως.

Ο εξοπλισμός στα 1970 αποτελείται από τον πλωτό γερανό ανυψωτικής ικανότητας 60 τόνων, 27 ηλεκτροκίνητους γερανούς πάνω σε σιδηροτροχιές και κατά μήκος των περισσότερων κρηπιδωμάτων, ανυψωτικής ικανότητας 3-15 τόνων, 12 αυτοκίνητους γερανούς ανυψωτικής ικανότητας 3-20 τόνων, 28 ελκυστήρες και 80 πλατφόρμες, 18 περονοφόρα ανυψωτικά μηχανήματα, 9 ταινιοφορείς, 3 ρυμουλκά πλοιάρια και τέλος 40 φορτηγίδες και λοιπά βοηθητικά μέσα. Το λιμάνι επίσης διαθέτει πλήρη συνεργεία επισκευής και συντήρησης μηχανημάτων αποθηκών κλπ, άρτια εξοπλισμένα.

Ο μηχανικός εξοπλισμός του λιμανιού βελτιώνεται και αυξάνεται διαρκώς, ενώ συνεχώς σχεδιάζονται και εκτελούνται προγράμματα προμηθειών. Την τριετία 1971-1973 διατέθηκαν συνολικά 180.000.000 δρχ. για την εκτέλεση έργων και εξοπλισμό, όλα από τον προϋπολογισμό του λιμένος. Το 1972 αποπερατώθηκε το κτίριο του «Οίκου του Λιμενεργάτου», ανακαινίστηκε ο οίκος των Επικούρων Εργατών και συνολικά κατασκευάστηκαν και οργανώθηκαν με σύγχρονο εξοπλισμό εγκαταστάσεις για το σύνολο του εργατοτεχνικού προσωπικού. Επίσης, επεκτάθηκε η Ελευθέρα Ζώνη του λιμένος στον χώρο της 5ης προβλήτας. Η συνολική αξία του μηχανικού εξοπλισμού το 1973 φτάνει τις 236.600.000 δρχ. Μέχρι το 1974 σταδιακά η 5η προβλήτα επιστρώνεται, εξοπλίζεται με αποθήκες και κτίρια, αλλά και νέους ηλεκτροκίνητους γερανούς των 10, 16 και 17 τόνων και τη μεταφορά παλαιών γερανών από άλλα κρηπιδώματα. Επίσης, αγοράστηκαν έξι ακόμα αυτοκινούμενοι γερανοί, πέντε νέες φορτηγίδες πλέον αυτών από την εταιρία «Ποσειδών», αρπάγες, ρυμουλκά, πλατφόρμες, περονοφόρα, παλέτες, μηχανήματα κατασκευής έργων.

Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης εξυπηρετεί περίπου 100 τακτικές και έκτακτες γραμμές του εξωτερικού και του εσωτερικού, με πλοία όλων των μεγεθών και απ’ ευθείας συνδέσεις με όλες τις χώρες της Ευρώπης. Αποτελεί πρώτο εξαγωγικό λιμάνι στον τομέα των ευγενών γεωργικών προϊόντων της Βορείου Ελλάδας (φρούτα, καπνόμ δημητριακά, βαμβάκι, κλπ), ενώ παράλληλα τα βιομηχανικά προϊόντα αρχίζουν να καταλαμβάνουν μεγάλο μερίδιο στον συνολικό όγκο. Το 1969, το έτος προώθησης της αλλαγής, το λιμάνι είχε δεχθεί 3.400 σκάφη συνολικής χωρητικότητας 3.714.000 κόρων, το σύνολο των διακινηθέντων αγαθών έφτασε τους 7.036.000 τόνους έναντι 6.892.000 τόνων του προηγούμενου έτους, τα έσοδα του οργανισμού έφτασαν 144.405.243,25 δρχ ξεπερνώντας κατά 20.870.243,25 δρχ τα έσοδα του 1968. Οι παράγοντες αυτής της ανάπτυξης είναι σύμφωνα τους φορείς του ΟΛΘ η γεωγραφική θέση της Θεσσαλονίκης ως φυσικό σταυροδρόμι, η ίδια η ανάπτυξη της πόλης της Θεσσαλονίκης, η πρωτοφανής σε έκταση ανάπτυξη της βιομηχανικής ζώνης της πόλης και, τέλος, η διεύρυνση των εμποροοικονομικών σχέσεων της Ελλάδας με άλλες χώρες. Συγκεκριμένα τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα της ESSO PAPPAS, της Goodyear, της ΒΙΟΧΑΛΚΟ, των Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, των Σακχαρουργείων, των Κονσερβοποιείων κλπ αναμένεται ότι θα ενισχύσουν την θέση του στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το 1972 η γερμανική εταιρεία ενδυμάτων Von Baum στεγάστηκε στο κτίριο της ΠΑΕΓΑ, στους 2ο και 3ο όροφο η βιομηχανία, ενώ την ίδια περίπου περίοδο η γερμανική εταιρεία ενδυμάτων Reiner στον ανατολικό πύργο κτίριο του σημερινού Επιβατικού Σταθμού. Οι δύο εταιρίες λειτουργούσαν στα πλαίσια της Βιομηχανικής Ελεύθερης Ζώνης.

Στην έκθεση «Ο λιμήν της Θεσσαλονίκης» που εκδόθηκε το 1968 από τον Οργανισμό Ελευθέρας Ζώνης & Λιμένα Θεσσαλονίκης συναντάμε για πρώτη φορά αναφορά σε «containers» (εμπορευματοκιβώτια). Μετά από μια περιγραφή της δυναμικής που προσδίδουν τα containers, αναφέρει πως τον Μάρτιο του 1968 έφτασαν για πρώτη φορά στον Ο.Λ.Θ. 31 «σιδηροκιβώτια» συνολικού φορτίου 240 τόνων, τα οποία ξεφορτώθηκαν με την χρήση του πλωτού γερανού. Η μη ύπαρξη τερματικού σταθμού για εμπορευματοκιβώτια θεωρείται ως ένα εμπόδιο για την σωστή διαχείρισή τους μετά το πέρας της εκφόρτωσης. Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και προσαρμογής του ΟΛΘ στη νέα αυτή μέθοδο μεταφοράς τίθεται στην ετήσια έκθεση του ΟΛΘ για το 1970. Για πρώτη φορά σχεδιάζεται η αγορά εξοπλισμού για την διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων (containers) και η κατασκευή ειδικής προβλήτας (6ης για τον σκοπό αυτό) κάτι που δεν γίνεται άμεσα και επαναλαμβάνεται και σε μεταγενέστερες εκθέσεις.

Οι κρατικοί φορείς διαβλέποντας περεταίρω ανάπτυξη, ιδιαίτερα μετά την σύνδεση με Ευρωπαϊκή οικονομική Κοινότητα, αποφάσισαν να καταρτίσουν μαζί με την διοίκηση του οργανισμού ένα σχέδιο ανάπτυξης του λιμανιού με ρυθμό «σύμμετρο προς την σημειούμενην αύξησιν της εμπορευματικής διακινήσεως». Το «Γενικό Προγραμματικό Σχέδιο Αναπτύξεως του Λιμένος Θεσσαλονίκης» προέβλεπε την ανάπτυξη του λιμανιού προς τα δυτικά, αρχικά μέχρι το Δενδροπόταμο και στη συνέχεια μέχρι το Γαλλικό Ποταμό με την δημιουργία μιας μεγάλης 6ης προβλήτας πλάτους 600 μέτρων και μήκους 2.000 μέτρων από το οποίο θα προβάλλουν τρεις προβλήτες μήκους 1000 μέτρων και πλάτους 300 μέτρων η κάθε μία. Στο στάδιο της αρχικής φάσης θα έχει διαστάσεις πλάτους 600 μ και μήκος 940 μ και θα αυξηθεί ο χερσαίος χώρος του λιμανιού κατά 600.000 περίπου τμ και κατά 1800 μέτρα τα κρηπιδώματα. Εκεί προβλέπεται να εγκατασταθεί σταθμός μεταφόρτωσης εμποπρευματοκιβωτίων (container). Στα 1977 έχουν ολοκληρωθεί τα 870 μέτρα της 6ης προβλήτας. Το 1981 ο ΟΛΘ προμηθεύεται δύο οχήματα (Straddler Carriers) μεταφοράς και στοιβασίας εμπορευματοκιβωτίων (container) ανυψωτικής ικανότητας 35 τόνων. Με αυτόν τον εξοπλισμό το λιμάνι εισέρχεται στη νέα εποχή της φορτοεκφόρτωσης.

Το 1988, με το ΠΔ 197, Ο ΟΛΘ αποκτά ένα νέο σύγχρονο οργανόγραμμα που αντιστοιχεί σε μια μεγάλη και αναπτυσσόμενη εταιρία.

Για πρώτη φορά, το 1995 τίθεται το αίτημα για ένα νέο θεσμικό μετασχηματισμό του οργανισμού. Το 1999 ο Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης Ανώνυμος Εταιρία και το 2001 θα εισαχθεί στο χρηματιστήριο

Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • από 1930-1-27 έως 1953-12-5

Till 1930, the stevedoring of imports and exports is carried out by the French Company of Exploitation of the Port of Thessaloniki, whose privileges were to come to an end on July 1st, 1944. However, the demands of an international port, as it evolved after the foundation of the Serbian Free Zone and the Greek Free Zone of Thessaloniki, necessitated an excellent level of technical and storage facilities, as well as modern means of stevedoring and transportation. Furthermore, it was considered necessary to construct a new quay for the sailing boats, so that there would be no more stevedoring on the quay of Nikis boulevard. Nevertheless, the French Company were not willing to undertake any new major technical projects without a renewal of the contract for many years to come.
The Free Zone of Thessaloniki, as well as the Greek government ruled out the possibility, so long as already since 1925 the government and the port Organization were oriented towards the removal of the French Company. As mentioned by the government MP, Alexandros Verdelis, during a discussion on the subject in the Parliament, quote: “in Thessaloniki one French Company was obstructing the port expansion, however, fortunately, the issue was resolved in favor of the Port of Thessaloniki.” (Makedonia newspaper, 17/1/1930). The government’s considerations were presented by the Government Spokesman in the Senate, Covil Engineer and Professor at the National Metsovion Polytechnic School, Nikos Kitsikis, quote: “The Draft Law under discussion is going to dismiss an anomaly inherited from Turkey to Greece. Namely, the issue of the Thessaloniki exemption since Makedonia was liberated, therefore the application of the term regarding the redemption of privileges had been requested.” According to the Senator, the gross income of the company would be distributed for the amortization of bonds and the remaining amount would be distributed at a rate of 40% in favor of the Company and 60% in favor of the State. He also mentioned that the French Company fell into financial crisis due to the drachma devaluation and was in a poor financial situation. The whole case was processed by the Free Zone Committee, which is put in charge of the new Fund.
The Minister of Public Works, Vyron Karapanagiotis, stated at the Senate that essentially the Free Zone of Thessaloniki takes over the port, works in the port, while he explained why the choice was made for the privilege to be leased, not bought, since the Company was asking the amount of 10.000.000 drachmas annually, whereas there was a revenue of 4.500.000 drachmas annually. Finally, the lease of 8.000.000 drachmas annually was agreed-upon, provoking reactions by the political opposition, since the price was considered too high compared with the revenue (Makedonia newspaper, 23/1/1930). The Hellenization of the port was considered reinforced -which was an issue at a post-Ottoman city-, the problem of the poor financial condition of the French Company was resolved, whilst, theoretically, despite of the two existing entities there will be one administration.
In particular, the MP Mr. Verelis understated the importance of the government of the port to be carried out by a Committee (Makedonia newspaper, 17/1/1930). Indeed, the removal of the French Company from the port of Thessaloniki signifies the end of the last Ottoman institution of the city. Actually, the port is directly controlled by the Thessaloniki commercial elite, which take over its modernization campaigning for the new big idea, namely the economic development and expansion towards the Balkans and greater Asia. However, the turn of events in the following years will not allow the successful unfolding of these ambitious plans. The whole process took place and related decisions seem to have been made immediately, while the procedure of transferring the jurisdiction and control was completed in a few months. On 26/10/1929 the government signed directly with the French Company a draft agreement for the leasing of the exploitation rights. On 15/1/1930 a meeting took place at the Ministry of Transportation, the EZTH Chairman and Vice Chairman, the Deputy Head of the Thessaloniki Port Authority and various ministerial officials. On the next day, 16/1/1930, it was introduced for discussion into the Parliament and on 22/1/1930 into the Senate. On 25/1/1930 the foundation Presidential Decree was published and on 27/1/1930 the establishment of the public law entity under the name of the Port Fund of Thessaloniki.
The EZTH called the Committee of the new entity to form into a body, the whole procedure beginning with the proposal of the EZTH Committee Chairman Vassilis Georgakopoulos. Vassilis Dimitriou took over as Chairman of the new organization, the EZTH Vice Chairman till then. On 30/1/1930 the final agreement with the French Company was signed in the conference room of the Free Zone of Thessaloniki, while the new Presidential Decree was published on 5/2/1930. On 20/2/1930 the Committee of the Thessaloniki Port Fund took over the facilities, the services and the personnel of the customs port from the French Company, while 16 more employees were recruited. Newspaper Makedonia describes favorably the institutional framework of administration, both for the Port Fund, as well as for the Free Zone of Thessaloniki:

Μπαρτισόλ Έντμοντ

  • Μέλη Διοίκησης
  • Γέννηση: 1841 Ανάληψη δράσης: 1896 Αποχώρησε 1930-2-8 Απεβίωσε: 1916

Ο Edmond Bartissol (Έντμοντ Μπαρτισόλ) γεννήθηκε στο Portel (Πόρτελ), στο Rousillion (Ρουσιγιόν) της Νότιας Γαλλίας, σε μία οικογένεια οικοδόμων. Αυτοδίδακτος, αυτός κατάφερε μέσα σε δύο δεκαετίες να αναδυθεί σε έναν διαπρεπή εργολάβο δημόσιων έργων, βιομήχανο, κτηματία και ιδιοκτήτη πύργου, παραγωγό κρασιού δήμαρχο του Fleury-Mérogis και αντιπρόσωπο της επαρχίας των Ανατολικών Πυρηναίων στο κοινοβούλιο. (Hastaoglou-Martinidis, 2020. Escudier, 2000)

Η καριέρα του ξεκίνησε ως μηχανικός δημοσίων έργων, συμμετείχε ως επόπτης έργων στη διάνοιξη του καναλιού του Σουέζ το 1866 με τον συνεργάτη του Ferndinand Lesspes (Φεντινάντ Λέσεπς). Με την επιστροφή του στην Γαλλία το 1870 ανέλαβε μαζί με τους συνεργάτες του Alexis Duparchy και Alexandre Lavalley συμβάσεις για σημαντικά δημόσια έργα στην Πορτογαλία, σιδηροδρόμους (1874) και λιμάνια, κυρίως το λιμάνι της Leixoes την περίοδο 1879-1892. Σύντομα επέκτεινε τις δραστηριότητές του στην Βραζιλία όπου κατασκεύασε το λιμάνι του του Racife/Pernambunco (1908-1913, ένα από τα μεγαλύτερα στον Ατλαντικό Ωκεανό. Επίσης, επεκτάθηκε στην Μοζαμβίκη όπου για 15 χρόνια η εταιρεία του αναλάμβανε συμβάσεις για την εκμετάλλευση ορυχείων, αγροτική παραγωγή και την εκμετάλλευση λιμενικών εργασιών (διαχειριστής της Cie d’ Inhambane της Cie du Sud-Est africain και της Cie du Zambèze). Σύντομα ανέπτυξε και άλλα επενδυτικά ενδιαφέροντα. Το 1888 ίδρυσε ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στο Perpegnan και ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο στη Vinca Perpegnan, ενώ συνέστησε την υδροηλεκτρική Εταιρεία του Rossillion στα 1901. Στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες ανήκε η παραγωγή τσιγαρόχαρτου με την συμβολική ονομασία Σουέζ (1893), το απεριτίφ Banyuls-Bartissol (1904). Εμπλέκεται επίσης στην σήραγγα Puymorens για το trans-Pyrenean (1908-1909). Πριν αποκτήσει το δικαίωμα της κατασκευής του λιμανιού της Θεσσαλονίκης (1887), απέκτησε τα δικαιώματα σε λιμάνι της Δυτικής Ισπανίας (Plaseneia-Astorga). Το 1889, ο Μπαρτισόλ ασχολήθηκε με την πολιτική. Έχει διατελέσει δήμαρχος του Fleury-Mérogis, μέλος του Κοινοβουλίου εκπροσωπώντας την επαρχία Pyrénées-Orientales (1889-1893) και στη συνέχεια την επαρχία Aude (1902-1910). Αρχικά πολιτεύθηκε με τους μετριοπαθείς και στη συνέχεια με τους δημοκρατικούς ρεπουμπλικάνους. (Hastaoglou-Martinidis, 2020. Escudier, 2000)

Τον Ιούλιο 1896 ο Μπαρτισόλ απέκτησε το δικαίωμα κατασκευής του λιμανιού της Θεσσαλονίκης υπογράφοντας σχετική σύμβαση. Πιθανώς οι σχέσεις του με τον Théodore Berger (1882-1900), διευθυντή της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας, εξηγούν την επιχειρηματική επανεστίαση στην Ανατολική Μεσόγειο. Εξάλλου, καμία επένδυση οποιασδήποτε σημασίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο λιμενικό τομέα χωρίς την έγκριση και την υποστήριξη της Οθωμανικής Τράπεζας. Για να χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητά του, ο Edmond Bartissol ίδρυσε στα 1897 την Société de construction ottomane du port de Thessalonique (Ανώνυμο Οθωμανική Εταιρεία Κατασκευής του Λιμένος Θεσσαλονίκης). Πρόκειται για την πρώτη εταιρεία η οποία ιδρύθηκε αποκλειστικά από τον Bartissol. Μέχρι τότε, είχε πραγματοποιήσει δημόσια έργα στο πλαίσιο των συνεργασιών με άλλους επιχειρηματίες. Κομβικό ρόλο στην επιχείρηση έχει η οικογένεια του Bartissol. Στις 18/31 Δεκεμβρίου 1904 υπογράφηκε νέα Σύμβαση, με την οποία η εταιρεία απέκτησε το προνόμιο της εκμετάλλευσης του λιμένα, βάσει δασμολογίου, για σαράντα χρόνια. Συστάθηκε τότε η εταιρεία Société ottomane d’exploitation du port de Salonique (Ανώνυμος Οθωμανική Εταιρεία Εκμεταλλεύσεως του Λιμένος Θεσσαλονίκης). (Hastaoglou-Martinidis, 2020. Escudier, 2000. Société Anonyme Ottomane d’Exploitation du Port de Salonique, 2016)

Οι απαιτήσεις ενός διεθνούς λιμένα, όπως εξελίχθηκε μετά την ίδρυση της Σερβικής Ελεύθερης Ζώνης Θεσσαλονίκης και της Ελληνικής Ελεύθερης Ζώνης Θεσσαλονίκης επέβαλλαν άρτιες τεχνικές και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις και σύγχρονα μέσα φορτοεκφόρτωσης και μεταφοράς. Η Γαλλική Εταιρία όμως του Μπαρτισόλ δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει νέα σοβαρά τεχνικά έργα, χωρίς να ανανεωθεί η σύμβαση παραχώρησης για πολλά χρόνια ακόμα. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο και προχώρησε στην ίδρυση του νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης το οποίο θα εκμίσθωνε το προνόμιο της Γαλλικής Εταιρίας. Στις 31/1/1930 το προνόμιο της Γαλλικής Εταιρίας εκμισθώθηκε από το νεοϊδρυθέν Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης (ΛΤΘ) μέχρι τη λήξη αυτού την 1 Ιουλίου 1944.

Δ΄ Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών ΕΖΛΘ

  • Υπηρεσία Οργανισμού
  • από 1953-12-5 έως 1970-2-27

Μετά τη συγχώνευση του ΛΤΘ με την ΕΖΘ στις 5/12/1953 με βάση το Ν. 2551 (27/8/53), συστάθηκε η Δ΄ Διεύθυνσις Τεχνικών Υπηρεσιών ΕΖΛΘ η οποία προέκυψε ουσιαστικά από τη συγχώνευση της τεχνικής Υπηρεσίας ΛΤΘ και ΕΖΘ. Ο τίτλος και οι αρμοδιότητες προσδιορίστηκαν επίσημα στον οργανισμό της ΕΖΛΘ με ειδικό Διάταγμα (12/12/1955). Στη Διεύθυνση προΐσταται Διευθυντής με βαθμό 3ο ή 2ο.

Διεύθυνση Δομικών Έργων ΟΛΘ

  • Υπηρεσία Οργανισμού
  • από 1988-5-9 έως 2003-8-29

Με το ΠΔ 197/9.5.1988 συγκροτούνται δύο υπηρεσίες με τις αρμοδιότητες της παλιάς «Διεύθυνσις Δ Τεχνικών Υπηρεσιών»: η «Διεύθυνση Ηλεκτρομηχανολογικού» και η «Διεύθυνση Δομικών Έργων».

Results 4301 to 4310 of 5680