Showing 12134 results

Authority record

Central Port Police of Thessaloniki

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • από 1913 έως σήμερα

Το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης αποτελεί μία εκ των κορυφαίων Λιμενικών Αρχών της Ελλάδας, με μακρά ιστορία στην επιτήρηση και διαχείριση του λιμένος Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής. Ιδρύθηκε στο πλαίσιο της οργάνωσης του Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής και έχει εξελιχθεί διαχρονικά σε κεντρικό πυλώνα για τη θαλάσσια ασφάλεια και την εφαρμογή της ναυτικής νομοθεσίας στη Βόρεια Ελλάδα.
Μετά την αναδιάρθρωση των Λιμενικών Αρχών (στο πλαίσιο της νομοθεσίας "Καλλικράτης" για τους Δήμους και τις Κοιθνότητες), η δικαιοδοσία του Κ.Λ.Θ. επεκτάθηκε δραματικά. Αν και η ονομασία και η έδρα του παρέμειναν αμετάβλητες, οι αρμοδιότητές του και ο γεωγραφικός του χώρος ευθύνης τετραπλασιάστηκαν. Πλέον λειτουργεί ως ένα Υπερ-Λιμεναρχείο, εποπτεύοντας Λιμενικά Τμήματα και Φυλάκια σε τρεις διαφορετικούς νομούς (Θεσσαλονίκης, Πιερίας, και μέρος της Χαλκιδικής), με σημαντικές αυξήσεις στον όγκο εργασίας σε όλους τους τομείς. Η διεύρυνση αυτή, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση της οργανικής σύνθεσης ή των επιχειρησιακών μέσων.

Chedal Anglay George

  • Person

Ο Georges Chedal-Anglay ήταν μηχανικό από το Centrale που εργαζόταν για την Hersents. παντρεύτηκε την Suzanne Hausermann το 1917 και απέκτησαν 2 παιδιά: τον Philippe το 1918 και τον Jean-Pierre το 1920.
Στις 16 Δεκεμβρίου 1935 αντιπροσώπευσε την Εταιρία Ερσάν στο διαγωνισμό για την ανάληψη των λιμενικών έργων Θεσσαλονίκης.

Compagnie de Tramways et d'Éclairage Électrique de Salonique

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
  • 1912 – 1957

Η Εταιρεία Τροχιοδρόμων και Ηλεκτροφωτισμού Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1912 μετά από τη συγχώνευση της Βελγικής Εταιρείας Ηλεκτροφωτισμού και της εταιρείας τροχιοδρόμων. Σκοπός της ήταν η λειτουργία του τραμ και η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην πόλη. Αρχικά, η εταιρεία εξυπηρετούσε τη Θεσσαλονίκη με ηλεκτρικά τραμ και συνέβαλε στον ηλεκτροφωτισμό της πόλης, καθιστώντας την μία από τις πρώτες πόλεις στην Ελλάδα με τέτοιες υποδομές. Το 1940, η εταιρεία κρατικοποιήθηκε από το ελληνικό κράτος και μετονομάστηκε σε Κ.Ε.Τ.Η.Θ. λόγω ανησυχιών για πιθανή ξένη εξαγορά κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η εταιρεία λειτουργούσε ως ο κύριος πάροχος συγκοινωνιών με τραμ μέχρι το 1957, όταν και τα τραμ σταμάτησαν να λειτουργού

Company Hildevert Hersent

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
  • 1860 - 1991

Η Εταιρεία H. Hersent ιδρύθηκε το 1860 από τον Γάλλο πολιτικό μηχανικό Χίλντεβερτ Ερσάν (Hildevert Hersent, 4 Μαΐου 1827 – 26 Δεκεμβρίου 1903). Γεννημένος στο La Vacherie του Eure, ο Hersent ήταν εργολάβος δημοσίων έργων γνωστός για την καινοτόμο χρήση θαλάμων πεπιεσμένου αέρα στην κατασκευή θεμελίων κάτω από το νερό.

Η φήμη του Hersent καθιερώθηκε το 1858, όταν κατασκεύασε τα θεμέλια για τις προβλήτες της γέφυρας Kehl στον ποταμό Ρήνο. Αυτό το έργο αποτέλεσε τη σημαντικότερη εφαρμογή της εποχής στη χρήση πεπιεσμένου αέρα για την κατασκευή υποθαλάσσιων θεμελίων και παραμένει σημείο αναφοράς. Όπως ανέφερε το περιοδικό L'Illustration στις 15 Ιανουαρίου 1859, το κουδούνι του δύτη αντικαταστάθηκε από μεγάλους θαλάμους από λαμαρίνα που κατέβαιναν στον πυθμένα του ποταμού.

Μετά από αυτή την επιτυχία, ο Hersent συμμετείχε στην κατασκευή θεμελίων για μεγάλο αριθμό γεφυρών υπό πεπιεσμένο αέρα, σε χωματουργικές εργασίες για διάφορες σιδηροδρομικές γραμμές και στην κατασκευή ποικίλων λιμενικών έργων. Η εταιρεία ανέλαβε σημαντικά έργα στη Βρέστη, στον Δούναβη στη Βιέννη, στη Λισαβόνα, στην Τουλόν, στη Σαϊγκόν, στην Αμβέρσα, στο Μπορντό και συνέβαλε στη Διώρυγα του Παναμά και στην κατασκευή της Γέφυρας Φορθ (Forth Bridge) στο Εδιμβούργο. Επίσης, παρουσίασε μελέτη για μια γέφυρα πάνω από τη Μάγχη στην Παγκόσμια Έκθεση του 1889.

Το 1897, ο Hildevert Hersent ενέταξε τους δύο γιους του, Jean-Baptiste και Georges Hersent (1860–1941), μηχανικούς απόφοιτους της Ecole Centrale des Arts et Manufactures, στην εταιρεία του. Το 1902, η εταιρεία Hersent, μαζί με την εταιρεία Schneider et Cie, έλαβε παραχώρηση για 40 χρόνια από την κυβέρνηση της Αργεντινής για την κατασκευή και λειτουργία ενός θαλάσσιου λιμανιού στο Rosario de Santa Fe, στον ποταμό Rio Paraná.

Μετά τον θάνατο του Hildevert το 1903, οι γιοι του ανέλαβαν τη διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης, η οποία το 1904 μετονομάστηκε σε "Hersent Jean et Georges" και το 1922 σε "Hersent Société Anonyme de Travaux Publics Maritimes". Ο Georges Hersent ανέλαβε την ευθύνη των ερευνητικών μελετών και της επέκτασης των δραστηριοτήτων στο εξωτερικό. Η εταιρεία ξεκίνησε έργα στην Πολωνία, την Ελλάδα (με έδρα τον Πειραιά), την Πορτογαλία, τη Ρωσία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική.

Στη Γαλλία, η εταιρεία συμμετείχε στην κατασκευή της λεκάνης και του αναχώματος Homet στο Cherbourg, των μεγάλων δεξαμενών ανακαίνισης στην Τουλόν και των κρηπιδωμάτων στη Δουνκέρκη και το Μπορντό. Σε συνεργασία με τη Schneider και την Société de Construction des Batignolles, κατασκεύασε την προβλήτα της Bizerte, καθώς και τα λιμάνια της Καζαμπλάνκα, του Σάφι και του Ντακάρ.

Το 1912, στο πλαίσιο της υπογραφής της συνθήκης για την ίδρυση προτεκτοράτου στο Μαρόκο και κατόπιν αιτήματος του Hubert Lyautey, ο Georges Hersent ίδρυσε την Compagnie Franco-Marocaine de Fedhala, η οποία το 1913 έλαβε παραχώρηση για 60 χρόνια για την ανάπτυξη ενός λιμανιού και μιας νέας πόλης στη Fédala (σημερινή Mohammedia) στο Μαρόκο.

Στην Ελλάδα, η Εταιρεία H. Hersent εμφανίστηκε το 1924, αναλαμβάνοντας εργασίες εκβραχισμού του λιμανιού του Πειραιά μέχρι το 1934, ένα έργο δαπάνης 550 εκατομμυρίων δραχμών. Τα εγκαίνια έναρξης των μεγάλων έργων έγιναν στις 16 Μαρτίου 1924. Η συνοικία στον Πειραιά γνωστή ως "Τα Γαλλικά" δημιουργήθηκε το 1924, μετά από παραχώρηση του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς, για να εγκατασταθούν οι υπάλληλοι της εταιρείας.

Στη Θεσσαλονίκη, η εταιρεία εμφανίστηκε μέσω της Γαλλικής Εταιρίας Εκμετάλλευσης Θεσσαλονίκης, συγκροτώντας μαζί μια κοινοπραξία για την ανάληψη των μελετών των μεγάλων λιμενικών έργων της πόλης. Η απευθείας ανάθεση του έργου προκάλεσε αντιδράσεις από τον αντιπολιτευόμενο τύπο, που την παρουσίασε ως σκάνδαλο λόγω της έλλειψης διεθνούς διαγωνισμού και της ύπαρξης προτάσεων από άλλες εταιρείες.

Η σύμβαση αφορούσε την εκπόνηση διαγραμμάτων του λιμένα, συμπεριλαμβανομένων κρηπιδωμάτων, λιμενικών εγκαταστάσεων και άλλων υποδομών. Παρά τις αντιπαραθέσεις και τις τροποποιήσεις που ζητήθηκαν, η σύμβαση υπογράφηκε τελικά στις 11 Φεβρουαρίου 1931. Η εργοληπτική εταιρεία κατέθεσε το σχέδιο για το πρώτο μέρος των έργων τον Δεκέμβριο του 1931, αλλά υπήρξαν περαιτέρω διαφωνίες σχετικά με τις τροποποιήσεις και τις αμοιβές.

Τα έργα στη Θεσσαλονίκη περιελάμβαναν την κατασκευή νέων προβλητών, κρηπιδωμάτων και κυματοθραυστών, με στόχο την επέκταση και βελτίωση του λιμανιού. Παρά τις δυσκολίες, η τελική μελέτη παραδόθηκε από την H. Hersent στον πρόεδρο του Λιμένα Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο του 1933.

Free Zone and Port of Thessaloniki

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • από 1953-12-5 έως 1970-2-28

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 υπήρχε η αίσθηση ότι ο λιμένας είχε σχετικά αποκατασταθεί και ως ένα μικρό βαθμό εκσυγχρονισθεί. Στην κατεύθυνση εξορθολογισμού της λειτουργίας του λιμανιού συγχωνεύτηκαν οι δύο μέχρι τότε δημόσιοι οργανισμοί, δηλαδή η ΕΖΘ και το ΛΤΘ, σε ένα νέο δημόσιο οργανισμό με την επωνυμία Οργανισμός Ελευθέρας Ζώνης και Λιμένος Θεσσαλονίκης, ΕΖΛΘ.

Ο νέος οργανισμός ξεκίνησε της εργασίες του στις 5 Δεκεμβρίου 1953 με την εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου. Τις εργασίες του οργανισμού κήρυξε ο Ανδρέας Στράτος Υπουργός Γενικός Διοικητής Βορείου Ελλάδος της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα. Πρόεδρος εκλέχθηκε ο Σταύρος Αντωνιάδης, εκπρόσωπος του Εμπορικού Συλλόγου, και αντιπρόεδρος ο Μιχαήλ Σακάρης, κεντρικός λιμενάρχης. Με την εκλογή του Αντωνιάδη επιβεβαιώνεται η παράδοση από το 1923 να βρίσκεται στο τιμόνι του οργανισμού ο εκπρόσωπος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στις 7 Δεκεμβρίου 1953 εκλέχθηκε η Εκτελεστική Επιτροπή, ενώ συγκροτήθηκε ενιαίος αριθμός πρωτοκόλλου για τους δύο οργανισμούς. Επίσης, αποφασίστηκε ότι ο τύπος της σφραγίδας της ΕΖΛΘ θα είναι ίδιος με την ΕΖΘ, δηλαδή θα εικονίζεται ο Ερμής και γύρω ο τίτλος ΕΖΛΘ.
Στη συνέχεια αποφασίζεται ότι ο αρχιμηχανικός του τέως ΛΤΘ θα προΐσταται των Τεχνικών Υπηρεσιών οι οποίες πλέον θα θεωρούνται μία. Επίσης, η Υπηρεσίες Ασφαλείας συγχωνεύτηκαν υπό κοινή εποπτεία. Τέλος, η Υπηρεσία Γερανών του τέως ΛΤΘ "εφόσον ασχολείται με τας φορτοεκφορτώσεις" θα ενοποιηθεί με την αντίστοιχο Κομιστική Υπηρεσία της πρώην ΕΖΘ, ενώ το τεχνικό μέρος "ήτοι της συντηρήσεως, επισκευής κλπ των γερανών" θα ανήκει στην αρμοδιότητας της Τεχνικής Υπηρεσίας. Το μεγάλο τεχνικο-οικονομικό ζήτημα που έπρεπε να επιλυθεί επίσης ήταν ο καθορισμός του τρόπου διαχείρισης του νέου οργανισμού. Συγκεκριμένα υπήρχαν δύο "εν λειτουργία" προϋπολογισμοί και δύο διαφορετικά λογιστικά συστήματα. Το ΛΤΘ ακολουθώντας τη νομοθεσία των λιμενικών ταμείων δεν διαθέτει δικό του ταμείο και διενεργεί τις συναλλαγές του μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας. Αντίθετα, η ΕΖΘ είχε μια σχετική αυτοτέλεια διαθέτοντας δικό της Ταμείο δια του οποίου εξυπηρετούσε τις πληρωμές της. Επειδή ήταν δημοσίου δικαίου οργανισμοί απαιτούταν να συγκροτηθεί ενιαίος προϋπολογισμός ο οποίος θα πρέπει να εγκριθεί από το κράτος, αλλά μέχρι τότε θα έπρεπε να λειτουργεί ο οργανισμός με δύο προϋπολογισμούς. Επίσης, αποφασίζεται να εφαρμοστεί το διαχειριστικό σύστημα της διπλής εγγραφής το οποίο παρουσιάζει "επιστημονική αρτιότητα " και είχε συνταχθεί με τις εντολές ανωτέρων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ίσχυε από 15 Μαΐου 1934 και είχε κυρωθεί με ιδσάταγμα στις 15 Μαΐου 1934 και δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα σύμφωνα με τον Διευθυντή της ΕΖΘ Χαράλαμπο Μιχαηλίδη. Μέχρι την ενοποίηση των δύο λογαριασμών, ο ένας θα φέρει τον τίτλο "Ελευθέρα Ζώνη και Λιμήν Θεσσαλονίκης τέως ΕΖΘ" και ο άλλος "Ελευθέρα Ζώνη και Λιμήν Θεσσαλονίκης τέως ΛΤΘ". Ταυτόχρονα, το ΔΣ ορίζει προσωρινό αναπληρωτή γενικό διευθυντή τον Χαράλαμπο Μιχαηλίδη, διευθυντή της τέως ΕΖΘ για τις αρμοδιότητες της ΕΖΘ και τον διευθυντή του ΛΤΘ Σωτήριο Κουκίδη για τις αρμοδιότητες του τέως ΛΤΘ. Ένα βασικό ζήτημα που αντιμετώπισε το νέο ΔΣ ήταν τα προβλήματα οικονομικής διαχείρισης που προέκυψαν κατά την εκκαθάριση του ΛΤΘ και για τα οποία κατηγορήθηκαν στελέχη του για ατασθαλίες. Ο ισολογισμός του έτους 1953-1954 θα έχει έλλειμμα 773.418.398 δρχ τα οποία θα καλυφθούν από τα ενεργητικά υπόλοιπα των προηγούμενων ετών. Στο ΔΣ της 7ης Ιανουαρίου 1954 συμμετέχει ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον πρόεδρο του ΔΣ Σταύρο Αντωνιάδη πρωτεργάτης της ενοποίησης των δύο οργανισμών. Σκοπός της συμμετοχής του υπουργού ήταν η επίλυση εκκρεμών ζητημάτων του οργανισμού που προέκυπταν από την ενοποίηση. Στις 19 Φεβρουαρίου 1954 ανέλαβε πρώτος Γενικός Διευθυντής της ΕΖΛΘ ο πολιτευτής και τέως βουλευτής τότε Απόστολος Αηδονάς.Στις 26 Μαρτίου 1954 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα συμμετάσχει σε μια ακόμη συνεδρίαση του ΔΣ ΕΖΛΘ. Ο γενικός διευθυντής αναφέρει το έργο και τα σχέδια της διοίκησης του νέου οργανισμού. Με τη λήξη του 1954 οι δύο προϋπολογισμοί, της ΕΖΘ περί 10 δις και του ΛΤΘ περί 8 δις θα ενοποιηθούν σε ενιαίο κανονισμό με βάση τον υπό κατάρτιση Κανονισμό Οικονομικής Διαχείρισης. Σύμφωνα με έκθεση του προέδρου ΔΣ Σ. Αντωνιάδη οι διαφορετικές καταστάσεις διοικητικής και υπαλληλικής αγωγής οι οποίες επικρατούσαν στους δύο οργανισμούς καθώς και οι ατασθαλίες στο ΛΤΘ κατέδειξαν την ανάγκη εκτεταμένης μελέτης πριν την κατάρτιση νέου Οργανισμού Υπηρεσιών και για αυτό παρατηρήθηκε καθυστέρηση στη σύνταξή του. Τον Ιούλιο του 1954 ολοκληρώθηκε το Σχέδιο του οργανισμού και αφού εγκρίθηκε από τη Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδας κατατέθηκε στις αρχές Αυγούστου στο Υπουργείο Δημοσίων έργων. Ο οργανισμός δεν είναι ούτε πολύ συγκεντρωτικός ούτε υπερβολικά αποκεντρωτικός. Κατέληξαν στη δημιουργία τριών Διευθύνσεων, δηλαδή Ελευθέρας Ζώνης, Οικονομικών Υπηρεσιών και Τεχνικών Υπηρεσιών. Αρχικά αποφασίστηκε να μην υπάρχει αυτόνομη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών και να υπάγονται απευθείας στον Γενικό Διευθυντή. Τελικά βέβαια θα συγκροτηθεί αυτόνομη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών. Οι οργανικές θέσεις της ΕΖΘ ήταν 245 και κάποιες έκτακτου προσωπικού. Συνολικά, όμως ήταν 193 υπάλληλοι. Το ΛΤΘ διέθετε 69 άτομα τακτικό προσωπικό, 10 ημιμόνιμο και 41 έκτακτο προσωπικό, συνολικά 114. Και οι δύο οργανισμοί διέθεταν την ημέρα της συγχώνευσης 438 οργανικές θέσεις. Πολλές οργανικές θέσεις των δύο οργανισμών ήταν κενές εξαιτίας των διαφόρων απαγορευτικών διατάξεων για τις προσλήψεις. Για αυτό το λόγο οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν ήταν 377. Μέχρι το Νοέμβριο του 1954 έφυγαν συνολικά 74 χωρίς να προσληφθούν άλλοι προς αντικατάστασή τους. Ο νέος οργανισμός προέβλεπε 300 οργανικές θέσεις, δηλαδή 138 θέσεις λιγότερες. Ο Κανονισμός Οικονομικής διαχείρισης του ΕΖΛΘ εφαρμόστηκε από 1 Ιουλίου 1954. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν μια σειρά έργα, όπως επισκευή στάβλων, αποπεράτωση υποστέγου Λάνκασάιρ, επισκευή κρηπιδότοιχου Γιουγκοσλαβικής Ζώνης, κ.α Το λιμάνι συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα στις φορτοεκφορτώσεις κυρίως των ιστιοφόρων πλοίων, τα μέσα εκφόρτωσης δεν επαρκούν και δεν είναι κατάλληλα. Ο λιμένας διαθέτει όμως πλωτό γερανό και γερανούς ξηράς, αλλά δεν γίνεται μεγάλη χρήση τους στις φορτοεκφορτώσεις. Οι μεταφορές κρίνονται ικανοποιητικές καθώς η μηχανοποίηση των μεταφορικών μέσων ξηράς με πλατφόρμες και ελκυστήρες έλυσε σημαντικά προβλήματα επιταχύνοντας τη διακίνηση των εμπορευμάτων. Τα εργατικά χέρια χαρακτηρίζονται επαρκή. Δεν υπάρχουν αρκετοί γερανοί ξηράς, ενώ τα 14 περονοφόρα οχήματα κρίνονται επαρκή. Η ΕΖΛΘ δεν έχει παρά μερική αρμοδιότητα στις φορτοεκφορτώσεις και τις μεταφορές του λιμένα. Η ευθύνη της ΕΖΛΘ περιορίζεται στα υποκείμενα φόρων μόνο εμπορεύματα στην περιοχή της Ελευθέρας Ζώνης, "δηλαδή κινητά και από Sotto Palago, δηλαδή από της πλευράς του πλοίου και εντεύθεν." Αντίθετα, "αι εκφορτώσεις εντός του πλοίου, αι γνωσταί ως εργασίαι κύττους, ως και όλαι αι εκφορτώσεις και μεταφοραί εις τον Ελεύθερον Λιμέναν υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Γραφείου Εργασίας Λιμένος". Τον Νοέμβριο του 1954 η διοίκηση της ΕΖΛΘ αμφισβητεί κατά πόσο αυτή η κατάτμηση ωφελεί την οργάνωση του λιμένα. Επίσης, σημαντική θεωρείται η δημιουργία Silos και η προμήθεια μηχανημάτων εκφόρτωσης σίτου. Τέλος, ένα μεγάλο μέρος των στάβλων αποκαταστάθηκε από τις καταστροφές του πολέμου.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια χαρακτηρίζονται ως περίοδος αποκατάστασης κυρίως ζημιών. Κατά την επόμενη περίοδο συμπληρώθηκε η αποκατάσταση των ζημιών, αλλά κυρίως δόθηκε βάση στην επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του λιμένος. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 επισκευάσθηκαν το Τελωνειακό Κτήριο και οι 3 και 4 διώροφες αποθήκες συνολικής επιφάνειας 6.000 τ.μ., οι Στάβλοι και το Σιδηροδρομικό Δίκτυο. Για την βελτίωση της λειτουργίας των εσωτερικών μεταφορών, η ΕΖΘ προμηθεύτηκε 6 ελκυστήρες και 33 ειδικά ρυμουλκούμενα οχήματα οργανώνοντας ειδική υπηρεσία ενδομεταφορών. Εγκαταστάθηκαν δύο γερανογέφυρες ανυψωτικής ικανότητας πέντε τόνων η κάθε μία οι όποιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την συναρμολόγηση μηχανημάτων και αυτοκινήτων. Αγοράστηκε νέος αυτοκίνητος γερανός 3 τόνων. Κτίστηκε από το ΛΤΘ αποθήκη πάνω στην προβλήτα Λάγκασαιρ επιφάνειας 3500 τμ και όγκου 40.0000 κμ. με χρήματα από την ECA. Επεκτάθηκαν τα κρηπιδώματα, ανεγέρθηκαν νέα παραλιακά υπόστεγα, νέες σιδηροδρομικές γραμμές, ανακαινίστηκε και συμπληρώθηκε το οδικό δίκτυο. Τέλος, από το 1953 και έπειτα το κτίριο της ΠΑΕΓΑ επαναλειτουργεί ως αποθήκη της Προνομιούχου Ανωνύμου Εταιρείας Γενικών Αποθηκών Ελλάδος.

Το λιμάνι εξοπλίστηκε με γερανούς, ρυμουλκά θάλασσας και ξηράς, περονοφόρα οχήματα, υδροφόρα, ζυγιστήρια, ηλεκτρικό φωτισμό και σύστημα ραδιοκατεύθυνση. Συγκεκριμένα, για την διευκόλυνση του είσπλου και του έκπλου των πλοίων από τα τέλη του 1959 λειτουργούσαν οι δύο ραδιοκατευθυντήρες.

Στο χώρο των παλιών Ψυγείων κατασκευάστηκαν με χρηματοδότηση από το σχέδιο Μάρσαλ νέα εντελώς σύγχρονα. Το έργο παραδόθηκε τον Μάιο του 1958. Τέλος, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης κατασκευάσθηκε στα 1960 νέα σύγχρονη Ιχθυόσκαλα, ώστε να εξυπηρετείται το εγχώριο και υπερπόντιο ιχθυεμπόριο. Όλη αυτήν την περίοδο η διάθεση των πλωτών μέσων εξυπηρέτησης του εμπορίου και των ναυτιλιακών πρακτορείων, δηλαδή φορτηγίδες, ρυμουλκά, πλοηγικά κ.α. ανήκουν στην ΑΕ Μεταφορών «Ποσειδών». Ωστόσο, οι διαθέσιμες φορτηγίδες δεν καλύπτουν τις ανάγκες της φορτοεκφορτωτής κίνησης, πρόβλημα που τίθεται διαρκώς στην Εταιρία «Ποσειδών», χωρίς όμως να επιλύεται.

Με αυτά τα κυρίως λιμενικά έργα, το λιμάνι απέκτησε σύγχρονη μορφή. Την δεκαετία του 1950 ο χερσαίος χώρος της ΕΖΘ ανερχόταν στα 210.000 τμ και διαιρούταν σε δύο τμήματα, το Ανατολικό και το Δυτικό. Στα 1960 η συνολική χερσαία έκταση του λιμένα έφτασε τα 500.000 τμ., εκ των οποίων τα 150.000 τμ χρησιμοποιούνταν ως ανοιχτοί αποθηκευτικοί χώροι. Διαθέτει τέσσερις προβλήτες και μία υπό κατασκευή.

Στο ανατολικό τμήμα εντασσόταν η σημερινή πρώτη προβλήτα, η οποία ονομαζόταν Ανατολική προβλήτα ή Λιμένας των Ελευθέρων ή των Εγχωρίων. Χρησιμοποιείται από τα σκάφη της ακτοπλοΐας μέσου συνήθως εκτοπίσματος. Διακινούνταν τα εγχώρια προϊόντα, προερχόμενα και προοριζόμενα για το εσωτερικό, τα εγχώρια ελεύθερα εμπορεύματα, δηλαδή μη υποκείμενα σε δασμό, τα εκτελωνισμένα σε άλλο λιμάνι και προωθούμενα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πάνω στην πρώτη προβλήτα βρίσκονταν τα κεντρικά γραφεία της ΕΖΛΘ, το υγειονομείο Λιμένος, το Δ΄Τελωνείο Μεταφοράς και Εξαγωγής, το Στ΄ Τελωνείο, αίθουσες αποσκευών και το Τμήμα Ελέγχου Διαβατηρίων, το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, τέσσερις παραλιακές αποθήκες. Η νηοδοχή ανάμεσα στην προβλήτα Α και Β ονομαζόταν λιμένας Γκρισγουωλντ και χρησιμοποιούταν αποκλειστικά για την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων εξωτερικού, δηλαδή για τα υποκείμενα σε τελωνειακούς δασμούς εμπορεύματα. Κάποιες φορές όμως διενεργείται φόρτωση εγχώριων προϊόντων διακινούμενων μέσω της Ελευθέρας Ζώνης για το εξωτερικό. Καταπλέουν πλοία ποντοπόρα μεγάλης χωρητικότητας από όλα τα σημαντικά λιμάνια του κόσμου. Εκεί βρίσκεται το Μέγαρο του Τελωνείου, όπου στεγάζονταν τα Τελωνεία, οι Αποθήκες, υπαίθριοι χώροι αποθέσεως εμπορευμάτων, οι βιομηχανίες της Ελεύθερης Ζώνης, χώροι επικίνδυνων φορτίων, τα φυλάκεια ασφάλειας. Το συγκρότημα των Ψυγείων, τα Γραφεία των Διευθύνσεων Οικονομικών Υπηρεσιών και Ελεύθερης Ζώνης. Στη νηοδοχή δυτικά τη 2η προβλήτα βρίσκονταν τρεις ηλεκτροκίνητοι γερανοί, δύο αποθήκες εύφλεκτων, το μηχανουργείο, το συγκρότημα των Στάβλων και ακάλυπτοι αποθηκευτικοί χώροι. Η δεύτερη προβλήτα ήταν ο λιμένας της Ελευθέρας Γιουγκοσλαβικής Ζώνης.

Το Δυτικό Τμήμα αποτελούταν από την σημερινή τρίτη και τέταρτη προβλήτα. Η τρίτη προβλήτα ονομαζόταν Λιμένας Λάνκασάιρ στην οποία ανήκε και η νηοδοχή ανάμεσα σε αυτήν την προβλήτα και την δεύτερη προβλήτα. Εκεί, υπάρχει το διώροφο λιμενικό υπόστεγο, υπόστεγα αποθηκευτικού χώρου, ανοικτοί χώροι για την αποθήκευση γαιάνθρακα, μεταλλεύματος, ξυλείας κλπ. Επί της προβλήτας βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις πέντε ηλεκτροκίνητων γερανών κινουμένων πάνω σε σιδηροτροχιές, μια διώροφος μεγάλη αποθήκη και μία μονώροφη. Στη νηοδοχή δυτικά χρησιμοποιούταν τότε ως ακάλυπτος αποθηκευτικός χώρος. Εκεί κατασκευάστηκε το SILO και τρεις νέες αποθήκες. ενώ βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις των υγρών καυσίμων διαφόρων εταιριών, ανάμεσα στις οποίες και η ESSO PAPPAS. Το 1962 ολοκληρώνεται η τέταρτη προβλήτα και το 1966 η πέμπτη προβλήτα. Στο Δυτικό Λιμάνι λειτουργούσε κυρίως η Ελεύθερη Ζώνη.

Το λιμάνι επέκτεινε τα κρηπιδώματα για τη νέα παραλιακή λεωφόρο, κατασκεύασε πλακόστρωτο πεζόδρομο με ηλεκτροφωτισμό και δίκτυο υπονόμων στην νέα χερσαία επιφάνεια. Στην παραλιακή λεωφόρο, ο Δήμος προέβη στην εκτέλεση έργων πρασίνου, ενώ διατέθηκε ο χώρος για την κατασκευή του ξενοδοχείου Μακεδονία Παλλάς. Με τα έργα αυτά η πόλη απέκτησε στο τμήμα αυτό σύγχρονη μορφή αναπτύσσοντας παράλληλα και τις τουριστικές υποδομές της.

Συνοψίζοντας, το λιμάνι την εποχή της ΕΖΛΘ εκσυγχρονίζεται καθώς επενδύονται πολλά εκατομμύρια δραχμές σε τεχνικά έργα και μηχανολογική ανανέωση σε αποθήκες και αποθηκευτικούς χώρους, λιμενικά έργα, γερανούς, γενικότερο τεχνολογικό εξοπλισμό. Ουσιαστικά, ο χώρος αποκτά την σύγχρονη μορφή με το οποίο το γνωρίζουμε μέχρι τώρα, εάν αφαιρέσει κανείς την έκτη προβλήτα. Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στηρίχθηκε το εκσυγχρονιστικό όραμα για την οικονομική και κοινωνική βελτίωση μέσω της τεχνολογικά εκσυγχρονισμένης αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής και του εξαγωγικού εμπορίου στα πλαίσια μιας κεντρικά οργανωμένης και εθνικά καθετοποιημένης παραγωγικής και συγκοινωνιακής δομής μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Γι’ αυτό εξαρχής στελεχώθηκε με προσωπικό της απόλυτης πολιτικής εμπιστοσύνης των νικητών του εμφυλίου πολέμου.

Port of Thessaloniki Trust Fund

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • Date of Establishment: 1930-01-27 | Date of Dissolution: 1953-12-05

The Port of Thessaloniki Trust Fund was established in January 1930, marking the beginning of a new era for the port of Thessaloniki, which until then had been operated by the French Company for the Exploitation of the Port of Thessaloniki. The French Company had managed the port since the period of the Ottoman Empire, having assumed its operation with special privileges beginning in 1904.

The French Company for the Exploitation of the Port of Thessaloniki was founded in 1904 and had undertaken the port’s management for 40 years, with the contract set to expire on July 1, 1944. At a time when Thessaloniki was still part of the Ottoman Empire, the Company enjoyed exclusive privileges for the exploitation and administration of the port—privileges that were extended after the city became part of the Greek state in 1912.

Although the French Company invested in certain basic infrastructures, the years following the Balkan Wars and the establishment of the Serbian Free Zone and the Thessaloniki Free Zone highlighted the need for substantial upgrades. As Thessaloniki developed into an international port, it required more modern technical and storage facilities, as well as new loading, unloading, and transport equipment. However, the French Company was unwilling to proceed with such works without a significant extension of its contract—a condition that the Greek government and the Thessaloniki Free Zone categorically rejected.

The financial situation of the French Company had already become precarious, mainly due to the devaluation of the drachma during the 1920s, which placed it in a state of crisis. Its total revenues had declined significantly, and the Company was unable to undertake major investments for the port’s development. According to government representative Nikos Kitsikis, the Company’s financial crisis made its removal from the port’s management necessary.

Negotiations for the purchase or leasing of the port’s exploitation rights began in 1929. The French Company demanded exorbitant sums for the renewal of the contract, requesting an annual lease payment of 10,000,000 drachmas, while its annual revenues did not exceed 4,500,000 drachmas. Ultimately, the rights were leased for 8,000,000 drachmas per year, a sum considered high and which provoked strong reactions from the opposition.

On October 26, 1929, the Greek government signed the preliminary agreement for the leasing of exploitation rights with the French Company. On December 19, 1929, the bill establishing the Port of Thessaloniki Trust Fund was passed by the Parliament, and on January 27, 1930, the Trust Fund was officially founded as a Legal Entity of Public Law. On January 30, 1930, the final contract with the French Company was signed, and on February 20, 1930, the Board of the Port of Thessaloniki Trust Fund assumed control of the customs port facilities and services, along with the personnel of the French Company.

The new organization took on responsibility for the management and development of the port under the supervision of the Thessaloniki Free Zone. Vasilis Dimitriou was appointed president of the Trust Fund, while its administration was entrusted to a committee composed of members of the Thessaloniki Free Zone as well as representatives of the Nautical and Professional Chamber of Thessaloniki.

The principal mission of the Port of Thessaloniki Trust Fund was the maintenance of existing port facilities and the construction of new ones to support the increasing flow of commerce. The organization launched major construction projects such as new piers, the expansion of quay walls and the breakwater, and the expropriation of land for port development. It also undertook the construction of buildings to house port services and the Port Authority.

At the same time, the operation of the Trust Fund ensured that Thessaloniki would remain an important commercial hub, serving the needs of Greece and neighboring Balkan countries. Port activities included both the export of Greek products and the transit of imported goods.

Although the Port of Thessaloniki Trust Fund functioned independently, in practice the port’s management was controlled by the Thessaloniki Free Zone. The existence of two port authorities with similar missions led to discussions regarding the effectiveness and financial impact of this dual administrative structure. The Thessaloniki Free Zone held the leading role in management, informally assuming the financial support of the Trust Fund, while both organizations operated in a complementary manner without competition.

The first organizational restructuring of the Trust Fund took place in 1935, while in 1939 a new operational regulation was drafted, strengthening the Trust Fund’s technical department to improve the efficiency of port works.

After liberation from German occupation, the Trust Fund undertook the restoration of damage suffered by the port during the war. By the early 1950s, port infrastructure had been largely restored and modernized.

In 1953, under Legislative Decree 2551/53, the decision was made to merge the Trust Fund with the Thessaloniki Free Zone, creating a single public organization under the name “Organization of the Thessaloniki Free Zone and Port” (ΕΖΛΘ). This merger aimed to improve the organization and efficient management of the port of Thessaloniki, enhancing its role as a major commercial hub in the Balkans and the Eastern Mediterranean.

The establishment of the Port of Thessaloniki Trust Fund and the withdrawal of the French Company for the Exploitation of the Port of Thessaloniki were significant steps toward the Hellenization and modernization of the port of Thessaloniki. Despite the financial difficulties and political challenges of the time, the Trust Fund succeeded in carrying out important projects that contributed to the upgrading of port facilities and the port’s continued role as a key commercial center in the region. The merger with the Thessaloniki Free Zone in 1953 paved the way for further development and strengthened Thessaloniki’s position as an international commercial hub.

PPC S.A. (Public Power Corporation).

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • 1950 – Σήμερα.

Η ΔΕΗ ιδρύθηκε το 1950 με τον Νόμο 1468, αναλαμβάνοντας το αποκλειστικό προνόμιο παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Αρχικά, στόχος της ήταν η εξηλεκτρισμός της χώρας και η ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών, καθώς η χώρα διέθετε τότε περισσότερες από 400 ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτρισμού που λειτουργούσαν διάσπαρτα. Η ΔΕΗ ξεκίνησε την πρώτη φάση του εξηλεκτρισμού με την κατασκευή τεσσάρων υδροηλεκτρικών σταθμών (Άγρας, Λούρος, Λάδωνας, και Αχελώος) και ενός θερμικού σταθμού στο Αλιβέρι​
Από το 1955 έως το 1965, η ΔΕΗ επέκτεινε το δίκτυο της, εδραιώνοντας σταδιακά τον έλεγχο των δικτύων παραγωγής και διανομής σε όλη την Ελλάδα. Το 1956, μετά τη λήξη της συνεργασίας με την αμερικανική Ebasco, η εταιρεία αυτονομήθηκε πλήρως και περιήλθε στον πλήρη έλεγχο του ελληνικού δημοσίου. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ΔΕΗ έπαιξαν τα υδροηλεκτρικά έργα και η αξιοποίηση του λιγνίτη​
Kathimerini

Y.PE.TH.E.

Μεταξύ της δεκαετίας του 1970 και του 1990, η ΔΕΗ επένδυσε σε μεγάλα υδροηλεκτρικά και λιγνιτικά έργα, όπως ο ΑΗΣ Πτολεμαΐδας και ο Θεσσαλικός Υδροηλεκτρικός Σταθμός Ν. Πλαστήρα. Στη συνέχεια, κατά τις δεκαετίες του 2000 και του 2010, η ΔΕΗ επεκτάθηκε στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και απέκτησε θυγατρικές όπως η ΔΕΗ Ανανεώσιμες​

Socony-Vacuum Oil Company

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
  • Ιδρυση: 1870| Διάλυση: 1911, ως μέρος της μητρικής εταιρείας Standard Oil Co. Inc.| Επανίδρυση/Διαίρεση: 1911 ως Standard Oil Company of New York (Socony)

Η Standard Oil Co. Inc. (μεταγραμματισμός: Στάνταρντ Όιλ) ήταν αμερικανική εταιρεία παραγωγής, διύλισης, μεταφοράς και μάρκετινγκ πετρελαίου. Ιδρύθηκε το 1870 από τους Τζον Ντ. Ροκφέλερ και Henry Flagler στο Οχάιο και ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανία διύλισης πετρελαίου στον κόσμο την εποχή εκείνη. Η αμφιλεγόμενη ιστορία της, ως μία από τις πρώτες και μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες στον κόσμο, τερματίστηκε το 1911, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών έκρινε ότι η Standard Oil ήταν παράνομο μονοπώλιο. Η Standard Oil κυριάρχησε στην αγορά προϊόντων πετρελαίου καινοτομώντας στην ανάπτυξη της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Η Standard Oil Trust βελτιστοποίησε την παραγωγή και τη διακίνηση μειώνοντας το κόστος σε σχέση με τους ανταγωνιστές. Οι επικριτές για «τραστ» κατηγόρησαν την Standard Oil ότι χρησιμοποίησε επιθετική τιμολόγηση για να καταστρέψει τους ανταγωνιστές και να σχηματίσει μονοπώλιο απειλώντας άλλες επιχειρήσεις. Ο Rockefeller ανέλαβε την εταιρεία ως πρόεδρος, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1897. Παρέμεινε ο κύριος μέτοχος και το 1911, με τη διάλυση του τραστ της Standard Oil σε 34 μικρότερες εταιρείες και εξελίχθηκε στον πλουσιότερο άνθρωπο στη σύγχρονη ιστορία, καθώς το εισόδημα από αυτές τις μεμονωμένες επιχειρήσεις αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερο από εκείνο μιας μόνο μεγαλύτερης εταιρείας. Οι διάδοχοί της, όπως οι ExxonMobil, Marathon Petroleum, Amoco και Chevron, εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στις εταιρείες με τα μεγαλύτερα έσοδα στον κόσμο. Μέχρι το 1882, ο κορυφαίος βοηθός του ήταν ο John Dustin Archbold. Μετά το 1896, ο Ροκφέλερ αποχώρησε από την επιχείρηση για να επικεντρωθεί στη φιλανθρωπία του, αφήνοντας τον Archbold. Μετά τη διάλυση της Standard Oil το 1911, ιδρύθηκε η Standard Oil Company της Νέας Υόρκης, ή Socony, μαζί με 33 άλλες εταιρείες που διαδέχθηκαν τη μητρική εταιρία. Το 1920, η εταιρεία καταχώρισε το όνομα
Την δεκαετία του 1920 δραστηριοποιείται στην Ελλάδα η αμερικανική εταιρεία πετρελαίων, βενζινών και ορυκτελαίων «Στάνταρτ Όιλ Κόμπανυ της Νέας Υόρκης». Το 1922 τα κεντρικά γραφεία στην Αθήνα στεγάζονταν στην οδό Κοραή 5, στο Μέγαρο Στυλιανού Μπραβάκου. (Εμπρός, 13/5/1922) Το 1929 βρίσκονται στο Μέγαρο της Λαϊκής Τράπεζας, στην οδό Πεσμαζόγλου 22. (Μακεδονία, 30/9/1912) Το 1930 μάλιστα εμφανίζεται ως χορηγός στα αθλητικά Παναθήναια. (Σκριπ, 1/6/1930) Χρησιμοποιεί, σύμφωνα με διαφήμιση στον τύπο, το μυθολογικό έμβλημα Πήγασος «προς καθορισμόν των πρωτίστης τάξεως προϊόντων της». Το εταιρικό σήμα θα φέρουν τα προϊόντα της, όπως βενζίνη Πραττ, ακάθαρτα πετρέλαια Σοκόνυ και ορυκτέλαια και λίπη Σοκόνυ. Ταυτόχρονα, ο τύπος των χρωματισμών της εταιρείας είναι το κόκκινο, το λευκό και το γαλάζιο. Το κόκκινο θα εμφανίζονται στις αντλίες της βενζίνης με το σήμα Πήγασος, ενώ στις στήλες της αντλίας θα υπάρχει το σήμα Σοκόνυ κόκκινο, λευκό και γαλάζιο. Ο χρωματισμός των δοχείων θα αντικατασταθεί με τα χρώματα αυτά. Τα καταστήματα βενζίνης θα βάφονται με ανοικτό χρώμα «μετά περιθωρίου πρασίνου» σε αντικατάσταση του κίτρινου και του μαύρου που χρησιμοποιούταν. (Μακεδονία, 30/9/1912) Η εταιρία διαθέτει αποθήκες στο λιμάνι του Πειραιά στην οποία απασχολούνται πάνω από 200 εργάτες. Κάποιοι απασχολούνται μέσω του συστήματος της Συνεργατικής και κάποιοι ως έμμισθοι. Μάλιστα το 1936 θα προκληθεί και απεργία. (Ριζοσπάστης, 12/2/1932, 13/2/1936, 30/4/1936) Το 1930 προκλήθηκε μάλιστα καταστροφική πυρκαγιά εξαιτίας της μεγάλης διαρροής βενζίνης στην θάλασσα. (Εμπρός, 11/9/1930) Στην Θεσσαλονίκη, προϊόντα της Στάνταρτ Όιλ Κόμπανυ εμφανίζονται από το 1912. (Μακεδονία, 30/9/1912) Κατά την δεκαετία του 1930 διευθυντής είναι ο Χιλ. Οι καλές σχέσεις με το ΛΤΘ αποτυπώνονται σε μια επιστολή με την οποία η αμερικανική εταιρία παρακαλεί για την «περιφρούρηση των συμφερόντων του Λιμενικού Ταμείου,» όταν οικόπεδο εντός της περιοχής των έργων προοριζόταν για τη Διεύθυνση Δημοσίων κτημάτων. (Πρακτικά ΛΤΘ, 145η Συνεδρίαση, 18/2/1935) Το 1934 στέλνει αίτημα στην Επιτροπεία ζητώντας τροποποίηση στη χάραξη των νέων σιδηροδρομικών γραμμών ώστε να μην θίγουν τις εγκαταστάσεις της εταιρείας. (Πρακτικά ΛΤΘ, 137η Συνεδρίαση, 31/10/1934.)

Results 1 to 10 of 12134