Χωρίς τίτλο
Ταξονομία
Κώδικας
Σημείωση περιεχομένου
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 185/1969 τροποποιεί και συμπληρώνει τη νομοθεσία για τις επαγγελματικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών, με στόχο την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων σύστασης και λειτουργίας τους, την αυξημένη κρατική εποπτεία και τον περιορισμό της δυνατότητας απεργιακής δράσης. Προβλέπεται ότι όλες οι επαγγελματικές οργανώσεις, ανεξαρτήτως βαθμίδας και επιπέδου, πρέπει να εγγράφονται στο ειδικό βιβλίο του Πρωτοδικείου και να εγκρίνονται από τον Υπουργό Εργασίας. Κάθε εργαζόμενος ή υπάλληλος δικαιούται να είναι μέλος μόνο μίας επαγγελματικής οργάνωσης και της αντίστοιχης ανώτερης Ένωσης. Απαγορεύεται η εγγραφή εργοδοτών σε οργανώσεις εργαζομένων και το αντίστροφο. Η απεργία ορίζεται ως προσωρινή και συνεχής αποχή από την εργασία και αναγνωρίζεται ως νόμιμη μόνον όταν αποφασίζεται από εγκεκριμένη οργάνωση, έχει κοινοποιηθεί με ειδικό δελτίο στο Υπουργείο Εργασίας, δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και προηγείται εξάντληση των διαδικασιών συνδιαλλαγής. Η απεργία θεωρείται καταχρηστική αν δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ρυθμίζεται λεπτομερώς η διαδικασία επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, η οποία περιλαμβάνει την προσφυγή σε ειδική Επιτροπή Συνδιαλλαγής, η οποία συγκροτείται στο Υπουργείο Εργασίας και αποτελείται από εκπρόσωπο της Διοίκησης, εκπροσώπους των εργοδοτών και των εργαζομένων. Σε περίπτωση αποτυχίας της συνδιαλλαγής, ο Υπουργός Εργασίας δύναται να επιβάλλει υποχρεωτική διαιτησία. Εισάγονται ποινές και διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων, οι οποίες περιλαμβάνουν διαγραφή οργανώσεων, παύση της διοίκησης και χρηματικά πρόστιμα. Ρυθμίζονται ειδικά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των εργατικών ενώσεων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών, τις οικονομικές ενισχύσεις, τις διαδικασίες διάλυσης οργανώσεων και τις αρμοδιότητες των εργατικών επιτροπών. Ορίζεται ότι η συμμετοχή των οργανώσεων σε απεργιακές κινητοποιήσεις ή συλλογικές διαπραγματεύσεις χωρίς προηγούμενη έγκριση από τον Υπουργό Εργασίας ή χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων διαδικασιών θεωρείται παράνομη και συνεπάγεται τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3239/1955 και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νομοθετικού Διατάγματος.