Χωρίς τίτλο
Ταξονομία
Κώδικας
Σημείωση περιεχομένου
- Ο Αναγκαστικός Νόμος υπ’ αριθ. 99 του 1967 αφορά τη ρύθμιση των ομαδικών απολύσεων και την τροποποίηση και συμπλήρωση του Νόμου 2112/1920 για την υποχρεωτική καταγγελία σύμβασης εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου, οι ομαδικές απολύσεις εργατών και υπαλλήλων λόγω οικονομικών ή τεχνικών λόγων ή για λόγους αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων, θεωρούνται ότι αποτελούν ειδική μορφή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Οι απολύσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο μετά από άδεια του Υπουργού Εργασίας, που χορηγείται μετά από πρόταση ειδικής επιτροπής που συγκροτείται από εκπροσώπους του Υπουργείου, του εργοδότη και των εργαζομένων. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί ή δεν αποφανθεί η επιτροπή εντός πέντε ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, η απόφαση λαμβάνεται απευθείας από τον Υπουργό. Στο άρθρο 2 ορίζεται ότι οι ομαδικές απολύσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσοστό 10% του προσωπικού κάθε μήνα και μέχρι του ανώτατου ορίου των 30 εργαζομένων, εκτός εάν χορηγηθεί ειδική άδεια για υπέρβαση των ορίων αυτών. Για να εγκριθούν οι απολύσεις, ο εργοδότης οφείλει να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση Εργασίας, να προσκομίσει λεπτομερή κατάλογο των απολυομένων και να αιτιολογήσει πλήρως τους λόγους των απολύσεων. Οι λόγοι μπορεί να σχετίζονται με αναδιάρθρωση της παραγωγής, εισαγωγή νέας τεχνολογίας, μείωση δραστηριότητας, οικονομικές δυσχέρειες, κατάργηση θέσεων, μετεγκατάσταση μονάδων, ή άλλους λόγους που αποδεδειγμένα επιβάλλουν τον περιορισμό του προσωπικού. Στο άρθρο 3 ορίζεται ότι η απόλυση θεωρείται ομαδική όταν αφορά προσωπικό των μεταλλείων, εργοστασίων, ναυπηγείων, εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων και γεωργικών συνεταιρισμών, όταν αυτή υπερβαίνει τα παραπάνω όρια. Επίσης, προβλέπεται ότι η αποζημίωση σε περίπτωση απόλυσης για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργαζομένου παραμένει ως δικαίωμα και καταβάλλεται με βάση την κείμενη νομοθεσία. Επιπλέον, αν η απόλυση πραγματοποιηθεί χωρίς την έγκριση του Υπουργείου Εργασίας, θεωρείται άκυρη και ο εργαζόμενος διατηρεί όλα τα δικαιώματά του. Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι δεν θεωρούνται ομαδικές απολύσεις εκείνες που οφείλονται σε λήξη ορισμένου χρόνου σύμβασης ή προσωπικού που απολύεται λόγω πειθαρχικών λόγων, ανυπακοής, ανεπάρκειας, κατάργησης οργανικών θέσεων λόγω συνταξιοδότησης, απόλυσης μετά από καταδικαστική απόφαση, ή σε περιπτώσεις όπου διακόπτεται η λειτουργία της επιχείρησης για λόγους ανωτέρας βίας. Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι ο Νόμος 2112/1920 τροποποιείται ως προς την υποχρέωση γνωστοποίησης της απόλυσης, η οποία πλέον απαιτεί έγγραφη ανακοίνωση στον εργαζόμενο, την οποία υπογράφει και ο ίδιος, ενώ στον εργοδότη επιβάλλεται να γνωστοποιεί την απόλυση στην αρμόδια Διεύθυνση Εργασίας, εντός ορισμένου χρόνου. Αν η καταγγελία δεν γίνει εγγράφως και δεν πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, η απόλυση είναι άκυρη. Το άρθρο 6 προβλέπει ότι οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και σε απολύσεις προσωπικού ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων που έχουν περισσότερους από 50 εργαζομένους, ανεξαρτήτως του είδους της επιχείρησης. Ο Υπουργός Εργασίας δύναται με απόφασή του να εξαιρέσει ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων από την εφαρμογή του νόμου αυτού, αν τούτο κρίνεται απαραίτητο για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή εθνικής οικονομίας. Στο άρθρο 7 ορίζεται ότι η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τον Α.Ν. 99/1967 επιχειρείται η επιβολή διοικητικού ελέγχου στις ομαδικές απολύσεις μέσω προληπτικής έγκρισης από το Υπουργείο Εργασίας, καθώς και η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων έναντι αυθαίρετων ομαδικών καταγγελιών της σχέσης εργασίας.