Φλώρινα

Ταξονομία

Κώδικας

Σημείωση περιεχομένου

  • Η Φλώρινα είναι πόλη της Μακεδονίας,
  • Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 9 με 10 χιλιάδες, από τους οποίους τα 3/4 ήταν Μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι Χριστιανοί και Τσιγγάνοι.[20] Το 1890, ο Γάλλος περιηγητής Βικτόρ Μπεράρ επισκέφθηκε την πόλη και ανέφερε πως τα 3/4 των κατοίκων (1.500 σπίτια) ήταν Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλβανοί και Σλάβοι προσηλυτισμένοι και περίπου εκατό οικογένειες Τούρκων). Όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 500 οικογένειες, ήταν Σλάβοι ελληνόφρονες, που χρησιμοποιούσαν την ελληνική και αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, εκτός από περίπου 200-300 φανατικούς νεοπροσήλυτους Βουλγάρους, που απολάμβαναν της προστασίας της τοπικής οθωμανικής διοίκησης.[21] Κατά τη Μακεδονική επανάσταση του 1896 - 1897, πολλοί Φλωρινιώτες ξεσηκώθηκαν εναντίον των βουλγαρικών ένοπλων σωμάτων, ενώ κατά την άφιξη των σωμάτων των Τάκη Περήφανου (Νάτσιου), Λάζου Βαρζή και Ιωάννη Τσάμη κοντά στην πόλη, προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή που οδήγησε στην εγκατάσταση ισχυρού οθωμανικού στρατιωτικού αποσπάσματος 200 ανδρών στην πόλη για την καταστολή της εξέγερσης[22]. Σύμφωνα με αυστριακές στατιστικές του 1897, στην πόλη της Φλώρινας επικρατούσε το ελληνικό στοιχείο[23]. Το 1898, λόγω της συνεχιζόμενης διαμάχης ανάμεσα, από τη μία, των εκπροσώπων της Ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή των προξένων Μοναστηρίου, που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική ένοπλη βία χωρίς καμία συνεννόηση και συνεργασία με την τοπική Μητρόπολη Μογλενών και, από την άλλη, των μητροπολιτών, οι κάτοικοι είχαν χωριστεί σε δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες (φιλομητροπολιτική και αντιμητροπολιτική). Για το λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος Μαργαριτιάδης απέστειλε το ίδιο έτος επιστολή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αναλύοντας τους προβληματισμούς του για την τεταμένη κατάσταση και μάλιστα, εντός μίας ολοένα και εχθρικότερης προς τους Έλληνες Μητροπολίτες, Οθωμανικής Διοίκησης.[24] Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο έτος, ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, προτείνοντας να αποσπαστούν τα Μογλενά (Αλμωπία) από τη Μητρόπολη και να δημιουργηθεί μία νέα Μητρόπολη Πρεσπών και Φλωρίνης, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη διοικητική οργάνωση, ανταποκρινόμενη στην ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Τελικά, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν.[25]
  • Την περίοδο 1899 - 1900, οι βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στην περιοχή οργάνωσαν μαζικές δολοφονίες Ελλήνων επιφανών ανδρών, μεταξύ των οποίων και ο Φλωρινιώτης Κωνσταντίνος (Κώτσης) Πέτρου[26]. Την ίδια χρονιά, ο αρχηγός των κομιτατζήδων στην περιοχή, Γεώργης Ιβάνωφ (Μάρκος), που γνώριζε άπταιστα ελληνικά, κατάφερε να οργανώσει πυρήνα εντός της πόλης της Φλώρινας, διαδίδοντας ότι στοχεύει στην ελληνοβουλγαρική σύμπραξη, επιδεικνύοντας τα όπλα του που είχε φέρει λαθραία από την Αθήνα[27]. Λόγω της εντεινόμενης βουλγαρικής τρομοκρατίας στον τοπικό πληθυσμό, ο Έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου, Σταμάτης Κιουζές Πεζάς, το 1901, πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής από Φλωρινιώτες για την οργάνωση του αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλων ελληνικών σωμάτων[28]. Σε στατιστική της σχολικής χρονιάς 1901/1902, οι Έλληνες μαθητές υπερτερούσαν σαφώς έναντι των Βουλγάρων[29]. Στις αρχές του 1902, οι Βούλγαροι, στα πλαίσια της προπαγάνδας, διέρρευσαν ψευδώς ότι θα εγκατασταθεί στη Φλώρινα Βούλγαρος επίσκοπος, κάτι που προκάλεσε νέα απογοήτευση στον ελληνικό πληθυσμό[30]. Προς επίρρωση των φημών μάλιστα, αντιπρόσωποι της βουλγαρικής κοινότητας Μοναστηρίου ευχαρίστησαν δημόσια τον Βαλή (Περιφερειάρχη) του Βιλαετίου Μοναστηρίου για την ευνοϊκή στάση του Σουλτάνου προς τους Βούλγαρους[31]
  • ο πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1902, ο καπετάνιος Κώτας Χρήστου, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τον Αναστάς Γιάγκωφ και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή, σχεδίασε επίθεση, από κοινού με τον Γιάγκωφ, στη Φλώρινα. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων κατοίκων που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του βουλγαρικού Κομιτάτου. Έτσι, όταν επιχειρήθηκε η επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα γιατρό, Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας (Τρίβουνο), που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Επίσης, και ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης φαίνεται να είχε ειδοποιήσει τις οθωμανικές αρχές.[32] Στις αρχές του 1903, ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας είχε συγκροτήσει μυστική επιτροπή στη Φλώρινα με τους Φλωρινιώτες Γεώργιο Λουκά, Πέτρο Χατζητάση, Αθανάσιο Κοτλάρτζη και Στέργιο Σαπουντζή προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική βία (το 1904 ως εκπρόσωπος της «Επιτροπής Φλώρινας» στάλθηκε στην Αθήνα και επέστρεψε συνοδεύοντας τον Παύλο Μελά).[33] Στα μέσα του 1903 τα πολυάριθμα βουλγαρικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή, στα πλαίσια της προετοιμαζόμενης εξέγερσης, πύκνωσαν τις επιθέσεις τους, ώστε να προκαλέσουν τα οθωμανικά αντίποινα κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι, στα μέσα του 1903 επιτροπές κατοίκων της Φλώρινας (Ελλήνων και Βουλγάρων) μετέβηκαν στο Μοναστήρι προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στους Ευρωπαίους προξένους και να ζητήσουν της προστασίας τους.[34] Κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, και Παρά την καταπίεση, ελάχιστοι Φλωρινιώτες συμμετείχαν, γι αυτό και αναφέρονται μόνο δυο αδέρφια από την πόλη της Φλώρινας.[35]
  • Στον Μακεδονικό Αγώνα, η πόλη ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας (1880 - 1947) και ο Πέτρος Χατζητάσης,[38][39] ενώ ηγετική μορφή στην περιοχή ήταν ο Ξενοφών Πούσκας.[40][41] Σε απογραφή των πατριαρχικών κατοίκων της πόλης που διενεργήθηκε το 1905 από το Μητροπολίτη Μογλενών και Φλωρίνης Άνθιμο για τον χωρισμό τους σε ενορίες καταγράφονται 406 ελληνορθόδοξες οικογένειες.[42] Από το καλοκαίρι του 1906, η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων καρποφόρησε, και στην πόλη της Φλώρινας, καθώς και στη γύρω περιοχή, σταμάτησαν πλέον να δρούν βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Ταυτόχρονα, η ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε επικρατήσει πλήρως, παρά την άστοχη παρουσία του Μητροπολίτη Άνθιμου.[43] Τον Ιούλιο του 1907, οι Βούλγαροι δολοφόνησαν τον ιερέα της πόλης παπα-Κωνστάντιο. Σε αντίποινα ο Αρ. Γιαννόπουλος, γραμματέας της Μητρόπολης, σκότωσε τον Βούλγαρο ιερέα παπα-Ηλία. Για την ενέργειά του αυτή, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τις οθωμανικές αρχές.[44] Κατά τα έτη 1906 και 1907 οι συγκρούσεις ελληνικών και βουλγαρικών ομάδων στην περιοχή ήταν τόσο έντονες, που οι οθωμανικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προέβαιναν σε αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και φόνους Χριστιανών. Αυτό προκάλεσε μαζικές μεταναστεύσεις κατοίκων προς τις ΗΠΑ.[45] Στα τέλη του 1907, η οθωμανική καταστολή απέδωσε αποτελέσματα και συνέλαβε πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς και οπλίτες. Έτσι, νέα ένοπλα βουλγαρικά σώματα άρχισαν να δρουν στην περιοχή δολοφονώντας Έλληνες, όπως έγινε με τη δολοφονία του Γεώργιου Στεφάνου στην πόλη της Φλώρινας, στα μέσα Ιανουαρίου του 1908[46].
  • Η πόλη ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος από τον ελληνικό στρατό στις 8 Νοεμβρίου το 1912. Το 1936, εκδρομείς από την Αθήνα στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας πληροφόρησαν τη Διεύθυνση Βαλκανικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών ότι στην πόλη της Φλώρινας «η βουλγαρική ομιλείται εις ίσην μοίραν με την ελληνικήν, ανεξαρτήτως ηλικίας» και ότι οι δικηγόροι της πόλης ήταν αναγκασμένοι να τη μαθαίνουν για να είναι σε θέση να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους.

Display note(s)

Ιεραρχημένοι όροι

Φλώρινα

Φλώρινα

Equivalent terms

Φλώρινα

Σχετικοί όροι

Φλώρινα

3 Καθιερωμένη εγγραφή results for Φλώρινα

2 results directly related Exclude narrower terms

Αντωνόπουλος Παναγιώτης

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1895 Πρόσληψη ΛΤΘ: 1936-06-12 Συνταξιοδότηση: 1960-12-31

Ο Αντωνόπουλος Παναγιώτης του Ιωάννη και της Ανδρομάχης γεννήθηκε το 1895 στο Κακόβατο Ηλείας και ολοκλήρωσε το Ελληνικό Σχολείο (Σχολαρχείο) Ζαχάρως. Υπηρέτησε τη θητεία του στον ελληνικό στρατό από 20 Αυγούστου 1916 έως 4 Νοεμβρίου 1920 ως οπλίτης, δεκανέας και λοχίας και συμμετείχε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στις 14 Μαρτίου 1921 κατετάγη ως έφεδρος ανθυπολοχαγός και απολύθηκε στις 30 Ιουλίου 1923. Συμμετείχε στη μικρασιατική εκστρατεία. Το 1924 παντρεύτηκε την Βασιλική Λίτσα του Νικόλαου και της Δομνίκης, 35 ετών από τη Φλώρινα. Το 1931 γεννήθηκε ο γιος τους Ιωάννης. Στις 7 Μαρτίου 1935 κατετάχθηκε στο στρατό για μία εβδομάδα, καθώς απολύθηκε στις 15 Μαρτίου 1935, κατά τη μερική επιστράτευση μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών. Στρατεύθηκε ξανά στην επιστράτευση του 1940.

Προσλήφθηκε στο Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης στις 12 Ιουνίου 1936. Στις 19 Αυγούστου 1936 τοποθετήθηκε ως εισπράκτορας ΛΦΞ στο 26ο φυλάκιο (Αίθουσα Σιδηροδρομικού Σταθμού). Στις 2 Ιουνίου 1938 καθορίστηκε ο μηνιαίος μισθός του στις 3.000 δραχμές. Στις 25 Απριλίου 1939 διαβαθμίστηκε ως γραφέας ή υπολογιστής Α΄και τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Λιμενικών Φόρων Ξηράς. Με την κατάργηση της συγκεκριμένης υπηρεσίας στη 1 Ιουλίου 1949 απασχολήθηκε σε βοηθητικές υπηρεσίες στο ΛΤΘ. Συγκεκριμένα, μετατέθηκε στην Υπηρεσία Αποθηκών του ΛΤΘ με αντικείμενο εργασίας τον έλεγχο της εισαγωγής και της εξαγωγής εμπορευμάτων στις Αποθήκες του ΛΤΘ. Στις 23 Ιανουαρίου 1954 παραμένει διαχειριστής της Αποθήκης Γ' (καυσίμων). Στις 19 Ιουλίου 1954 τοποθετείται στο Τμήμα Ακινήτων-Μηχανημάτων και Υλικών. Στις 28 Φεβρουαρίου 1956 μετατίθεται από το Τμήμα Εκμεταλλεύσεως στο Τμήμα Αποθηκών στην Αποθήκη Αζήτητων και έπειτα μετατίθεται από το Τμήμα Αποθηκών και την Αποθήκη Αζήτητων στο Τμήμα Εκμεταλλεύσεως.
Από τη σύσταση του Τμήματος Ακινήτων – Μηχανημάτων και Υλικών της ΕΖΛΘ και κατόπιν στο Τμήμα Εκμεταλλεύσεως ΕΖΛΘ και συγκεκριμένα από 1/4/1954 έως 28/6/1956, υπηρέτησε ως γραφέας Α΄ με καθήκοντα διαχειριστή στην Αποθήκη Γ Καυσίμων στο Μπέχτσινάρ. Στις 28 Ιουλίου 1956 αποσπάται από το Τμήμα Αποθηκών στην Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών από τις 27 Ιουλίου 1956. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1956 ανακαλείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και αποσπάται στο Τμήμα Αποθηκών. Στις 12 Ιουλίου 1957 εντάχθηκε σε οργανική θέση με βαθμό 8ο του Υ.Κ. και στις 21 Οκτωβρίου 1957 εντάχθηκε με βαθμό 7ο του Υ.Κ. Στις 9 Νοεμβρίου 1957 ορίζεται διαχειριστής της Αποθήκης 7 (Ελεγκτήριο).
Από 28/6/1956 έως 31/12/1960 υπηρέτησε με βαθμό 6 της Β κατηγορίας στο Τμήμα Αποθηκών της ΕΖΛΘ ως βοηθός διαχειριστής στην Αποθήκη Αζήτητων, την Αποθήκη 7, στο ελεγκτήριο Α και Β και στο ζυγιστήριο πετρωμάτων. Συνταξιοδοτήθηκε στις 31/12/1960.

Παυλίδης Συμεών (λιμενεργάτης)

  • Λιμενεργάτες
  • Γέννηση: 1924 |Πρόσληψη ως μόνιμος εργάτης από τη ΕΡΦΛΘ: 1966| Ένταξη ως τακτικό προσωπικό από τη ΕΡΦΛΘ: 1971-01-01 | Παραίτηση από τον οργανισμό: 1985-01-21

Ο Συμεών Παυλίδης γεννήθηκε στον Αντίγονο το 1924, με γονείς τη Κλεονίκη και τον Αλέξανδρο Παυλίδη. Αποφοίτησε το δημοτικό και κατατάχθηκε στον στρατό το 1945,όπου και εξαγόρασε την στρατιωτική του θητεία. Ήταν παντρεμένος και είχαν δύο παιδιά.