Δεύτερη Προβλήτα ή προβλήτα Γιουγκοσλαβικής Ελευθέρας Ζώνης

Ταξονομία

Κώδικας

Σημείωση περιεχομένου

  • Ο προβλήτας 2 (παλιότερα Δυτικός Λιμένας σε σχέση με τον Ανατολικό λιμένα που ήταν ο προβλήτας 1) κατασκευάστηκε από τη Γαλλική Οθωμανική Εταιρεία Κατασκευής Λιμένος Θεσσαλονίκης το έτος 1900. Στις 8/20 Ιουλίου 1896 υπογράφηκε η σύμβαση υποχρεώσεων ανάμεσα στον υπουργό του Σουλτανικού Θησαυροφυλακίου και τον Γάλλο μηχανικό Edmont Bartissol (Έντμοντ Μπαρτισόλ). Ένα χρόνο μετά, το 1897, ο τελευταίος συστήνει την Société de construction ottomane du port de Thessalonique (Ανώνυμο Οθωμανική Εταιρεία Κατασκευής του Λιμένος Θεσσαλονίκης) η οποία ανέλαβε την υλοποίηση κατασκευής υπόστεγων συνολικής επιφάνειας 8 χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων. Στις 18/31 Δεκεμβρίου 1904 υπογράφηκε νέα Σύμβαση, με την οποία η Γαλλική Οθωμανική Εταιρεία Εκμετάλλευσης Λιμένος Θεσσαλονίκης (Société ottomane d’exploitation du port de Salonique) απέκτησε το προνόμιο της εκμετάλλευσης του λιμέναγια σαράντα χρόνια αναλαμβάνοντας μια σειρά νέων μεγάλων λιμενικών έργων, κυρίως την οικοδόμηση κτιρίων.
  • Aρχικά, ο προβλήτας 2 καταλάμβανε 10.500 τ.μ. Αποτελούταν από το εσωτερικό κρηπίδωμα 9 (Ε-Ζ) το οποίο κάλυπτε και το μπροστινό κρηπίδωμα προς τον κυματοθραύστη και το εξωτερικό δυτικό κρηπίδωμα Ζ-Η το οποίο είχε διαφορετική μορφή από τη σημερινή. Ήταν μια ορθογώνια λωρίδα, γενικά μικρότερη σε μέγεθος σε σχέση με την προβλήτα 1. Στη δυτική εξωτερική πλευρά (εξωτερικό κρηπίδωμα Ζ-Η) συναντούσε το έδαφος στη μέση περίπου σε σχέση με το εσωτερικό της δυτικής πλευράς (εσωτερικό κρηπίδωμα 9 ή Ε-Ζ) χωρίς όμως να διαμορφώνει μια κάθετη γωνία. Η δυτική εξωτερική πλευρά του προβλήτα έφερε ξύλινη εξέδρα, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες της εποχής, η οποία προεκτεινόταν εντός της θάλασσας από το κρηπίδωμα Ζ-Η σε συνέχεια του προβλήτα. Σχέδιο του προβλήτα 2 το 1950 αποτυπώνει όλα τα κτίρια και τις αποθήκες.
  • Η διαδικτυακή ομάδα «Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης» εντόπισε σε ένα άλμπουμ της συλλογής του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίντ Β΄ και παρουσίασε ένα σύνολο φωτογραφιών από την κατασκευή των σημερινών δύο πρώτων προβλητών. Στις πρώτες βυθοκόρος πραγματοποιεί ταυτόχρονα την εκβάθυνση του πυθμένα και το γέμισμα στο σημερινό προβλήτα 2, είναι 11 Μαρτίου 1900. Σύμφωνα με τον ερευνητή Αθανάσιο Ευθύμιο Νικόπουλο, «άμμος και λάσπη αναρροφώνται με την αντλία από τον βυθό και ρίχνονται στο εσωτερικό της κατασκευής όπου θα γίνουν το νέο έδαφος για να υψωθούν τα πρώτα κτίρια.» Στις φωτογραφίες με ημερομηνία 5 Ιουλίου 1900 κατασκευάζεται η Αποθήκη η οποία σε μετέπειτα σχέδιο χαρακτηρίζεται ως Αποθήκη α. Είχε έκταση1000 τ.μ., με πρόσβαση στη θάλασσα μόνο από την εσωτερική πλευρά της προβλήτας. Στις φωτογραφίες με ημερομηνία 3 Αυγούστου 1900 η Αποθήκη α έχει ανεγερθεί. Στις φωτογραφίες με ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 1900, ο προβλήτας με την Αποθήκη α έχουν κατασκευαστεί και δέχονται το πρώτο ατμόπλοιο. Αμέσως, κατασκευάστηκε η Αποθήκη β, περίπου στο σημείο της σημερινής Αποθήκης 8. Καταλάμβανε 1987 τ.μ., είχε πρόσβαση και από τις δύο μεριές του προβλήτα, αλλά διέθετε στέγαστρο μόνο από τη δυτική εξωτερική πλευρά του. Ανάμεσα στις δύο Αποθήκες μεσολαβούσε ένας ελεύθερος χώρος 51 μέτρων Και οι δύο Αποθήκες α και β αποπερατωμένες και όλη η προβλήτα ολοκληρωμένη απεικονίζονται σε φωτογραφία τον Νοέμβριο του 1900.
  • Το 1913 και με εργολαβία του Έλι Μοδιάνο περατώθηκε το Σιλό χωρητικότητας 3.500 τόνων. Διέθετε μεγάλη σωλήνα απορρόφησης δημητριακών, "ρουφήχτρα", η οποία κατέληγε πάνω από ένα μικρό κτίσμα 16 τ.μ, στο μέσο στου κρηπιδώματος 4 (Ε-Ζ) ανάμεσα στις δύο Αποθήκες. Δυτικά του Σιλό κατασκευάστηκε μέχρι το 1917 μια μακρόστενη Αποθήκη ΙΙΙ έκτασης 777 τ.μ.
  • Το 1924, με τη σύσταση της Σερβικής Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης (ΣΕΖ) και κατόπιν Γιουγκοσλαβικής Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης (ΓΕΖ), ο προβλήτας 2 μαζί με τις αποθήκες, εκτός του Σιλό, πέρασαν στη χρήση του νέου φορέα. Η ΓΕΖ καταλάμβανε έκταση 94.000 τ.μ. Εκτεινόταν σε όλη την προβλήτα 2, από τα δυτικά το όριο ήταν μια κάθετη γραμμή προς την πόλη η οποία ξεκινούσε από το σημείο -Η- συνάντησης προβλήτας και δεύτερης νηοδοχής. Από τα ανατολικά η οριογραμμή καμπυλωνόταν ξεκινώντας από το σημείο -Ε- συνάντησης της δεύτερης προβλήτας με την πρώτη νηοδοχή. Η οριογραμμή κινούταν παράλληλα και διαγώνια προς τη θάλασσα ώστε να αποκλείσει το κτίριο των Γραφείων της ελληνικής Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης (ΕΖΘ), την αποθήκη ΠΑΕΓΑ, την Αποθήκη 16 και την Αποθήκη 15. Το δυτικό με το ανατολικό τμήμα της ΕΖΘ επικοινωνούσαν με μία λωρίδα σε σημείο το οποίο σήμερα βρίσκεται εκτός ορίων ΟΛΘ και είναι μέρος της οδού Καρατάσου.
  • Στη βάση του προβλήτα 2 που ανήκε στην ελληνική ΕΖΘ κατασκευάστηκαν το 1927 οι τετραώροφες αποθήκες της ΠΑΕΓΑΕ έκτασης 12.000 τ.μ. επιφάνειας αποθήκευσης. Στα δυτικά του κτιρίου ΠΑΕΓΑΕ βρισκόταν η Αποθήκη 17 (μετέπειτα Αποθήκη 16). Προς ανατολικά ακολουθούσε μία Αποθήκη (μετέπειτα Αποθήκη 13) συνδεδεμένη με το κτίριο το οποίο σήμερα στεγάζει το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης. Το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε στα 1905 και αρχικά στέγαζε την Οθωμανική Τράπεζα, ενώ από την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα και μέχρι το 1928 στέγαζε το Μονοπώλιο άλατος για να στεγάσει τα γραφεία της ΕΖΘ. Το 1939 υπέστη καταστροφή του πρώτου ορόφου εξαιτίας πυρκαγιάς και έκτοτε είναι μονώροφο, ενώ στο Κεντρικό Λιμεναρχείο παραχωρήθηκε το 2012. Πίσω από την Αποθήκη ΠΑΕΓΑΕ βρίσκονταν οι τότε Αποθήκες 16, 15 14 και 13 από τις οποίες διασώζονται μόνο οι Αποθήκες 14 και 15, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, σήμερα άλλες γειτονικές Αποθήκες φέρουν την αρίθμηση 13 και 16.
  • Μετά το 1931, κατασκευάστηκε από τη Γιουγκοσλαβική Διοίκηση μια μικρότερη Αποθήκη Ι 350 τ.μ. ως προέκταση της Αποθήκης α από τη δυτική της πρόσοψη. Ακολουθούσε το παλιό Σιλό το οποίο δεν είχε εκχωρηθεί στους Γιουγκοσλάβους και δεν χρησιμοποιούταν από αυτούς. Η Αποθήκη ΙΙΙ χρησιμοποιούταν από τους Γιουγκοσλάβους ως Στάβλοι. Λίγα μέτρα μπροστά της, οι Γιουγκοσλάβοι ανήγειραν μετά το 1931 μια μικρότερη Αποθήκη ΙV έκτασης 400 τ.μ, η οποία χρησίμευε επίσης ως Στάβλοι. Δίπλα της προς την πόλη ανήγειραν μια ακόμη Αποθήκη V έκτασης 200 τ.μ. η οποία χαρακτηριζόταν ελαφρά και κακότεχνη κατασκευή. Παρόμοιας μορφής ήταν η Αποθήκη VI έκτασης795 τ.μ. Τέλος, οι Γιουγκοσλάβοι ανήγειραν μετά το 1931 κοντά στη θάλασσα την Αποθήκη VII έκτασης 150 τ.μ. η οποία λειτουργούσε ως λουτήρες. Στο εσωτερικό της χερσαίας ζώνης οι Γιουγκοσλάβοι είχαν οικοδομήσει ένα τριώροφο κτίριο το οποίο στέγαζε τα Γραφεία της ΓΕΖ (Κτίριο VII), το κτίριο ΙΧ, το κτίριο Χ έκτασης 240 τ.μ. που χρησίμευε ως Ψυγεία και το κτίριο ΧΙ που χρησίμευε ως φυλάκιο κοντά στην είσοδο της ΓΕΖ. Τέλος, ο προβλήτας 2 έφερε σιδηροδρομικές γραμμές μήκους 1500 μ. και πλήρες δίκτυο ύδρευσης και οδικό δίκτυο. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η ΓΕΖ δεν λειτούργησε. Οι Γερμανοί λεηλάτησαν τον εξοπλισμό του Κτιρίου Διοίκησης και κατέστρεψαν το αρχείο της ΓΕΖ. Η Γερμανική Διοίκηση χρησιμοποιούσε τον προβλήτα 2 ως ανθυποβρυχιακή βάση και για αυτό κατασκεύασε 4 μικρές Αποθήκες. Κατά την υποχώρηση των Γερμανών, οι αποθήκες α, β, Ι, IV, V, VI καθώς και το Σιλό καταστράφηκαν με ανατινάξεις.
  • Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας με την Ελλάδα άρχισε από το 1950 και σταδιακά ξεκίνησε μια μικρή κίνηση του εμπορίου της νότιας Γιουγκοσλαβίας μέσω της ελληνικής ΕΖΘ. Στην πράξη η Γιουγκοσλαβική Ζώνη λειτουργούσε χωρίς γιουγκοσλαβική διοίκηση από τους Έλληνες υπαλλήλους που ήταν επιφορτισμένοι για τη διαχείριση της γιουγκοσλαβικής διαμετακόμισης. Το 1952 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε για την επαναλειτουργία της. Τα έργα για την ανοικοδόμηση της Ζώνης ξεκίνησαν στις 29 Μαΐου 1953. Η ΓΕΖ σε συνεργασία με το Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης ανακατασκεύασε την παλιά Αποθήκη β πάνω στον προβλήτα 2, 2400 τ.μ., μέρος της οποίας ανήκει στους Γιουγκοσλάβους και μέρος της στον ελληνικό οργανισμό. Μάλλον, κατά το 1962 ονομάζεται Αποθήκη 8 ακολουθώντας τη νέα αρίθμηση των αποθηκών του λιμένα. Επίσης, η ΓΕΖ επισκεύασε την παλιά Αποθήκη VI σε υπόστεγο 2400 τ.μ., ενώ διαρρύθμισε υπαίθριο ακάλυπτο χώρο 800 τ.μ. Η Ζώνη λειτούργησε την 1η Αυγούστου 1954 και τον Δεκέμβριο του 1954 ξεκίνησε η κανονική διέλευση εμπορικών πλοίων.
  • Η λειτουργία της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης σταμάτησε το 1975 και ο προβλήτας 2 πέρασε στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ). Η επέκταση του προβλήτα 2 εντοπίζεται ήδη στα σχέδια του Λιμενικού Ταμείου Θεσσαλονίκης (ΛΤΘ) το 1950-1953, αλλά θα αργήσει να πραγματοποιηθεί κατά 30 χρόνια. Το 1976 προκηρύχθηκε ο μειοδοτικός διαγωνισμός για την κατασκευή του κρηπιδώματος Ζ-Η. Το 1979 είχε κατασκευαστεί ένα μέρος του, ενώ μόλις το 1982 το έργο θα ολοκληρωθεί ώστε ο προβλήτας 2 να αποκτήσει τη σημερινή μορφή ενός «τριγώνου».

Σημείωση(εις) πηγής

Display note(s)

Equivalent terms

Δεύτερη Προβλήτα ή προβλήτα Γιουγκοσλαβικής Ελευθέρας Ζώνης

Σχετικοί όροι

Δεύτερη Προβλήτα ή προβλήτα Γιουγκοσλαβικής Ελευθέρας Ζώνης

8 Καθιερωμένη εγγραφή results for Δεύτερη Προβλήτα ή προβλήτα Γιουγκοσλαβικής Ελευθέρας Ζώνης

Von Baum (Γερμανική Εταιρεία Ενδυμάτων)

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
  • 1972 - 1982

Η Von Baum ήταν γερμανική εταιρεία ενδυμάτων που δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 1972-1982. Η εταιρεία εγκαταστάθηκε στους 2ο και 3ο ορόφους του κτιρίου της Προνομιούχου Ανωνύμου Εταιρίας Γενικών Αποθηκών Ελλάδος (ΠΑΕΓΑΕ) στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Κατά την περίοδο αυτή, η Von Baum ασχολήθηκε με την παραγωγή και ενδεχομένως την εξαγωγή ενδυμάτων, αξιοποιώντας τη στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης ως εμπορικού κέντρου και λιμένα. Η συστέγαση με την ΠΑΕΓΑΕ επέτρεψε την εύκολη πρόσβαση σε αποθηκευτικούς χώρους και διευκόλυνε τις εμπορευματικές μεταφορές.

Το 1982, η εταιρεία αποχώρησε από το κτίριο, καθώς αυτό πέρασε στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ). Μετά από αυτό, δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τη συνέχιση της δραστηριότητας της Von Baum στην Ελλάδα ή αλλού.

Αντζέλ Ισχά

  • Λιμενεργάτες
  • Απόλυση: 1930-10-03

O Αντζέλ Ισχά ήταν ισραηλίτης λιμενεργάτης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κατά το μεσοπόλεμο. Απολύθηκε ο Ισχά Αντζέλ της Αποθήκης Ιονικής Τράπεζας.

Ομάδα Λιμενεργατών 13

  • Υπηρεσία Οργανισμού

Η Κομιστική Υπηρεσία ήταν κατά το μεσοπόλεμο χωρισμένη σε ομάδες λιμενεργατών. Στις 3 Απριλίου 1928 συγκροτήθηκε η ομάδα 13.

Ομάδα Λιμενεργατών 5

  • Υπηρεσία Οργανισμού
  • Δημιουργία: 1928-04-03 | Κατάργηση: 1934-04-09

Η Κομιστική Υπηρεσία ήταν κατά το μεσοπόλεμο χωρισμένη σε ομάδες λιμενεργατών. Στις 3 Απριλίου 1928 συγκροτήθηκε η ομάδα 5. Στις 9 Απριλίου 1934 καταργείται η ομάδα 5 και συγχωνεύεται με τις ομάδες 1,2,3,4,6,12 και 17 σε μία ομάδα αποτελούμενη από 54 άτομα.

ΠΑΕΓΑΕ - Προνομιουχος Ανωνυμος Εταιρια Γενικων Αποθηκων Ελλαδος ΑΕ

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου
  • 1907 - σήμερα

Η Προνομιούχος Ανώνυμος Εταιρία Γενικών Αποθηκών Ελλάδος Α.Ε. (ΠΑΕΓΑΕ) ιδρύθηκε το 1907 με έδρα την Αθήνα, κατόπιν της θέσπισης του θεσμού των «Γενικών Αποθηκών» στην Ελλάδα με τον Νόμο ΒΥΙΗ/1896. Το Ελληνικό κράτος εκχώρησε στην ΠΑΕΓΑΕ το αποκλειστικό δικαίωμα σύστασης και λειτουργίας Γενικών Αποθηκών, παρέχοντας στην εταιρεία προνόμια στην αποθήκευση και διαχείριση εμπορευμάτων.

Το 1908, η εταιρεία, στον δεύτερο χρόνο λειτουργίας της, είχε παρουσία σε πέντε πόλεις της Ελλάδας, εκδίδοντας την πρώτη «Απόδειξη Αποθηκεύσεως» στον Βόλο. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η ΠΑΕΓΑΕ επέκτεινε το δίκτυο των καταστημάτων της σε πάνω από 30 πόλεις στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη:

Μετά την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος το 1912, η ΠΑΕΓΑΕ επέκτεινε τις δραστηριότητές της στη Θεσσαλονίκη. Αρχικά, νοίκιασε την Αποθήκη 8 στην Πρώτη Προβλήτα του λιμανιού (τότε γνωστή ως Ανατολικός Λιμένας).

Το 1927, για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες αποθήκευσης στην Ελεύθερη Ζώνη του λιμανιού, η εταιρεία ανέθεσε στην κατασκευαστική εταιρεία ΤΕΚΤΩΝ την κατασκευή ενός μεγάλου κτιρίου, γνωστού ως Κτίριο της ΠΑΕΓΑΕ. Το έργο κόστισε 22.000 χρυσές λίρες (υπερβαίνοντας τον αρχικό προϋπολογισμό των 12 εκατομμυρίων δραχμών). Το κτίριο, με επιφάνεια 3.000 τ.μ. ανά όροφο και συνολικά τέσσερις ορόφους, θεωρήθηκε καινοτόμο για την εποχή του, καθώς κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ).

Η θεμελίωση του κτιρίου παρουσίασε ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του ασταθούς εδάφους της περιοχής. Η ΤΕΚΤΩΝ χρησιμοποίησε τη μέθοδο των πασσάλων Franki, εισάγοντας μηχανήματα από τη Societe Internationale des Pieux Armés Frankignoul για την κατασκευή πασσάλων μπετόν αρμέ σε βάθος έως 14 μέτρων.

Σκάνδαλο του 1933:

Το 1933, ο αντιπολιτευτικός τύπος κατήγγειλε την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη για σκανδαλώδη συμφωνία με την ΠΑΕΓΑΕ. Σύμφωνα με απόφαση του υπουργού Οικονομικών Σ. Λοβέρδου, εκχωρήθηκε στην εταιρεία το δικαίωμα της άμεσης παραλαβής και αποταμίευσης εμπορευμάτων από τα πλοία στις αποθήκες της, ακόμα και σε λιμάνια με ελεύθερες ζώνες, όπως η Θεσσαλονίκη και ο Πειραιάς. Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς θεωρήθηκε ότι υπονομεύει τα συμφέροντα των ελεύθερων ζωνών και ευνοεί το λαθρεμπόριο. Η Επιτροπεία της Ελεύθερης Ζώνης Θεσσαλονίκης (ΕΖΘ) διαμαρτυρήθηκε έντονα.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και Μεταπολεμική Περίοδος:

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το κτίριο της ΠΑΕΓΑΕ στη Θεσσαλονίκη επιτάχθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις και χρησιμοποιήθηκε μέχρι την αποχώρησή τους το 1945. Την περίοδο 1947-1955, το κτίριο στέγασε υλικό για λογαριασμό της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), συμβάλλοντας στην αρωγή και αποκατάσταση της χώρας μετά τον πόλεμο.

Από το 1953 και μετά, το κτίριο επαναλειτούργησε ως αποθήκη της ΠΑΕΓΑΕ. Το 1972, στους 2ο και 3ο ορόφους εγκαταστάθηκε η γερμανική εταιρεία ενδυμάτων Von Baum, ενώ η ΠΑΕΓΑΕ συνέχισε να χρησιμοποιεί το ισόγειο και τον 1ο όροφο. Οι δύο εταιρείες συστεγάστηκαν μέχρι το 1982, οπότε το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ).

Το κτίριο της ΠΑΕΓΑΕ, με συνολική έκταση 13.872 τ.μ., αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και υψηλότερα κτίρια του λιμανιού, δεσπόζοντας στο θαλάσσιο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Είναι συνδεδεμένο με την ιστορία των μεταφορών, της αποθήκευσης εμπορευμάτων και της βιομηχανικής ανάπτυξης της πόλης.

Τέκτων Ανώνυμος Οικοδομική Εταιρεία

  • Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου

Η Οικοδομική Εταιρεία "Ο Τέκτων" ιδρύθηκε το 1920 από τον Αλέξανδρο Ζαχαρίου, έναν επιφανή πολιτικό μηχανικό της εποχής, με σπουδές στη Ζυρίχη και εκτεταμένη επαγγελματική εμπειρία στη Γερμανία. Ο "Τέκτων" ήταν η συνέχεια της Τεχνικής Εταιρείας "Αλ. Ζαχαρίου και Σία", η οποία είχε ιδρυθεί το 1899. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, η "Τέκτων" εξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες και πιο ισχυρές κατασκευαστικές εταιρείες στην Ελλάδα, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη έργων υποδομής και οικοδομικών έργων μεγάλης κλίμακας.

Στη Θεσσαλονίκη, η εταιρεία άνοιξε υποκατάστημα και ανέλαβε, το 1925, την κατασκευή προσφυγικών κατοικιών, με σύμβαση ύψους 100.000.000 δραχμών. Αυτό το έργο συνδέθηκε με την προσπάθεια στεγαστικής αποκατάστασης των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αναδεικνύοντας τον σημαντικό ρόλο του "Τέκτων" στην ανοικοδόμηση της πόλης. Επιπλέον, η εταιρεία συμμετείχε στην κατασκευή εμβληματικών κτιρίων, όπως το κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος και της Εθνικής Τράπεζας, που ανεγέρθηκε μεταξύ 1928 και 1932, καθώς και στην ενίσχυση με μπετόν αρμέ της Αίθουσας Τελετών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Η δράση της εταιρείας δεν ήταν απαλλαγμένη από διαπλοκές. Ο Αλέξανδρος Ζαχαρίου είχε στενές σχέσεις με γερμανικά συμφέροντα, όπως τη Siemens, και η εταιρεία βρέθηκε στη μαύρη λίστα της Αντάντ κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η εταιρεία κατηγορήθηκε για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις, εκτελώντας έργα για τις Γερμανικές αρχές κατοχής​

Μία αξιοσημείωτη προσωπικότητα στη Θεσσαλονίκη που σχετίζεται με την εταιρεία ήταν ο Μαυρίκιος Μπρίκας, πολιτικός μηχανικός και διευθυντής του τοπικού υποκαταστήματος της εταιρείας από το 1935 έως το 1942. Ο Μπρίκας είχε προσληφθεί το 1925 και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα μεγάλα τεχνικά έργα της πόλης, αποχωρώντας το 1942 για να αποφύγει τα έργα συνεργασίας με τους Γερμανούς.

Ο "Τέκτων" αποτέλεσε βασικό παίκτη στην τεχνική και οικονομική σκηνή της Θεσσαλονίκης κατά τον Μεσοπόλεμο, συμβάλλοντας στον εκσυγχρονισμό των υποδομών της πόλης και υποστηρίζοντας την ανάπτυξη της βιομηχανίας και των δημόσιων έργων

Υπουργείο Εφοδιασμού και Διανομών (1944-1945)

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
  • ημερομηνία σύστασης; 1944-10-18| ημερομηνία διάλυσης: 1945-11-15

Το Υπουργείο Εφοδιασμού και Διανομών ιδρύθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1944, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, αντικαθιστώντας το Υπουργείο Επισιτισμού (1941-1944). Η ίδρυσή του έγινε με σκοπό την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων εφοδιασμού και διανομής βασικών αγαθών στον πληθυσμό, που είχαν προκληθεί από την Κατοχή και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το υπουργείο ανέλαβε την ευθύνη της αποκατάστασης της εφοδιαστικής αλυσίδας, της διανομής τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών, καθώς και της αντιμετώπισης της μαύρης αγοράς και της αισχροκέρδειας που είχαν αναπτυχθεί κατά την Κατοχή.

Υπουργοί Εφοδιασμού και Διανομών:

1944-10-18 έως 1945-01-03: Στυλιανός Βλαχάκος
1945-01-03 έως 1945-04-08: Δημήτριος Λαμπριανίδης
1945-04-08 έως 1945-08-17: Εμμανουήλ Τσουδερός
1945-08-17 έως 1945-11-01: Δημήτριος Μάξιμος

Στις 15 Νοεμβρίου 1945, το Υπουργείο συγχωνεύθηκε με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των κυβερνητικών δομών μετά τον πόλεμο.