Ο Λιμενικός Φόρος Ξηράς Θεσσαλονίκης ήταν εργολαβική υπηρεσία του ΛΤΘ κατά το μεσοπόλεμο, μια μορφή εξωτερικής υπηρεσίας με σκοπό την είσπραξη του Λιμενικού Φόρου Ξηράς ο οποίος είχε θεσπιστεί με το Προεδρικό Διάταγμα 14/9/1928 «Περί εισπράξεως λιμενικών φόρων».
Σύμφωνα με τα πρακτικά του ΛΤΘ είχε κατοχυρωθεί ανάμεσα σε εμπόρους και ΛΤΘ η πρακτική του υπολογισμού του ΛΦΞ με βάση το βάρος και όχι με βάση το είδος του εμπορεύματος, αν και ο εργολάβος είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει το νόμο και να επιβαρύνει με πρόσθετα βάρη τους εμπόρους. Η συμβατική αυτή φορολογία καθιερώθηκε από το ΛΤΘ ύστερα από τη διαπίστωση της αδυναμίας της κατά νόμο εφαρμογής της είσπραξης του ΛΦΞ λόγω αντιστάσεων του εμπορικού κόσμου απέναντι στην επιβολή αυτού του φόρου με αποτέλεσμα τις δυσχέρειες στην αναλυτική εξακρίβωση του εξαγόμενου φορτίου και τις καθυστερήσεις στις αποστολές. Τότε καθιερώθηκε κατόπιν δοκιμαστικών παρατηρήσεων ο περίπου μέσος όρος της κατά τον νόμο αναλυτικής φορολογίας. Τον Σεπτέμβριο του 1934 τέθηκε από το ΛΤΘ στο Υπουργείο η πρόταση να προσαρμοστεί η νομοθεσία στην υπάρχουσα πρακτική και πράγματι ψηφίστηκε σχετικός νόμος.
Όταν ο νέος οργανισμός λειτουργίας του ΛΤΘ θα κατατεθεί τον Μάρτιο του 1935, θα συσταθεί Τμήμα Λιμενικού Φόρου Ξηράς ΛΤΘ και θα αποτελεί εξάρτημα του Λογιστηρίου.
Στις 14 Απριλίου 1935 πλειοδότης του ΛΦΞ για το νέο έτος ανακηρύχθηκε ξανά ο Ιωάννης Γιαννάκης. Αυτή τη φορά προσέφερε 2.250.000 δρχ, ενώ το 1934 ήταν 2.005.000. Συνολικά, η προσφορά απέδιδε 245.000 δρχ παραπάνω σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Και πάλι οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου μέσω του Κράλλη υποστήριξαν πως πρόκειται για επαχθή φόρο. Ωστόσο, ο αρτιεκλεχθείς τότε πρόεδρος του ΛΤΘ Αναστάσιος Μιχόπουλος ανέφερε πως το ΛΤΘ δεσμεύεται από το νόμο και πως δεν δύναται να χάσει ένα τέτοιο έσοδο. Ο Μιχόπουλος επίσης σημειώνει πως εάν ο ΛΦΞ εισπραχθεί από το ΛΤΘ, θα ζημιωθεί καθώς «ως γνωστό» δεν είναι δυνατόν να ασκήσει τόση αυστηρή εποπτεία όπως ο ενοικιαστής. Συγκεκριμένα, μάλιστα την προηγούμενη χρονιά, παρότι υπήρχε ενοικιαστής, εντοπίστηκαν πολλά κρούσματα κλοπών από μέρους των υπαλλήλων τα οποία θα αυξηθούν εάν δεν υπάρχει ενοικιαστής. Τελικά, η Επιτροπεία του ΛΤΘ αποφάσισε να επαναπροκηρύξει την εκμίσθωση με το ποσό των 2.250.000 δρχ.
Με τον "Οργανισμό Υπηρεσιών του ΛΤΘ" που κατατέθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1938 ονομάστηκε Υπηρεσία Βεβαιώσεως Λιμενικού Φόρου Ξηράς ΛΤΘ και θα αποτελεί εξάρτημα του Λογιστηρίου του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών.
Το 1947 το Τμήμα Βεβαιώσεως Συμβατικών Λιμενικών Δικαιωμάτων και Τελών ΛΤΘαδράνησε καθώς έληξε η σύμβαση της Γαλλοελληνικής εταιρίας από την οποία απέρρεαν τα δικαιώματα. Το προσωπικό επάνδρωσε τα φορολογικά φυλάκια της Υπηρεσίας Λιμενικού φόρου Ξηράς.
Ο Αναγκαστικός Νόμος 843 (ΦΕΚ 319 - 20.12.1948) «Περί καταργήσεως των φόρων επί της κυκλοφορίας των αγαθών και αναπληρώσεως των εξ αυτών εσόδων» κατάργησε τον Λιμενικό Φόρο Ξηράς με στόχο τη μείωση των εμποδίων στο εμπόριο, την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και την ευθυγράμμιση με διεθνείς πρακτικές. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 και συγκεκριμένα στις ρυθμίσεις που τέθηκαν σε ισχύ από τις 10 Ιανουαρίου 1949 καταργούνται όλοι οι γενικοί, τυπικοί ή ειδικοί φόροι, τέλη, δικαιώματα, εισφορές κ.λπ., που επιβάλλονταν: Κατά την εξαγωγή προϊόντων στο εξωτερικό. Κατά τη μεταφορά αγαθών στο εσωτερικό ή εξωτερικό μέσω οποιωνδήποτε μεταφορικών μέσων. Οι φόροι αυτοί υπολογίζονταν με βάση το βάρος, την αξία, το είδος, τους ναύλους ή οποιαδήποτε άλλη παράμετρο.