Showing 3 results

Authority record
Καστοριάς Νομός Υπάλληλος ΛΤΘ

Αργυρόπουλος Λαυρέντιος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1914 Πρόσληψη ΛΤΘ: 1948-2-4 Συνταξιοδότηση: 1973-10-2 Απεβίωσε: 1990-2-19

Ο Αργυρόπουλος Λαυρέντιος του Γρηγορίου και της Μακρίνας γεννήθηκε το 1914 στο Ικόνιο Μικρά Ασίας. Τον Ιούνιο 1929 ολοκλήρωσε την 6η Δημοτικού του 2ου Δημοτικού Σχολείου Καστοριάς όπου διέμεινε με την οικογένειά του ως πρόσφυγας. Είχε παντρευτεί την Αγάπη Αργυροπούλου και είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια και ένα κορίτσι.
Το 1935 ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, αλλά πολέμησε από 24 Μαρτίου 1941 έως 1 Μαΐου 1941 στο ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1948 προσλήφθηκε στο ΛΤΘ ως καθαριστής ελεύθερου λιμένα. Στις 12 Φεβρουαρίου 1948 κλήθηκε επιστρατεύθηκε και συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1948 όταν απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού. Την 1 Νοεμβρίου 1948 επανήλθε στην υπηρεσία του ΛΤΘ. Στις 9 Ιουνίου 1949 μετατέθηκε στην Υπηρεσία Φυλάκιων λόγω ζητήματος υγείας. Μετά την ενοποίηση των δύο οργανισμών τοποθετήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1954 στην υπηρεσία Ασφαλείας ΕΖΛΘ. Τα καθήκοντά του ήταν η φύλαξη του υπαίθριου χώρου του Οργανισμού, ενώ είχε εκπαιδευτεί στη χρήση των πυροσβεστικών μέσων
Στις 1 Ιουνίου 1958 προσλήφθηκε στην Υπηρεσία Ασφαλείας ως τακτικός υπάλληλος με καθήκοντα φύλακα και το βαθμό 9ο Β8 κλάδου ασφαλείας. Συγκεκριμένα είχε 1) το καθήκον της φρούρησης των αποθηκών κατά τις μη εργάσιμες ώρες και των υπαίθριων χώρων των υποκείμενων και ελευθέρων εμπορευμάτων και 2) τη χρήση των πυροσβεστήρων του οργανισμού. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1960 μονιμοποιήθηκε μετά από διετή δοκιμαστική περίοδο με καθήκοντα της φρούρηση του οργανισμού και τον έλεγχο των εξερχομένων από τις θύρες εμπορευμάτων ως βοηθός επόπτη θυρών. Το 1964 θα προαχθεί στον 8ο βαθμό, το 1965 στον 7ο βαθμό και το 1968 στον 6ο βαθμό. Την ίδια χρονιά ως βοηθός επόπτης θυρών θα αναλάβει την Πύλη 7 των στάβλων. Το 1969 θα αναλάβει επόπτης θυρών Στις 10 Απριλίου 1972 ο Λ. Αργυρόπουλος και ο Ι.Πλούτσος είχαν την ευθύνη φρούρησης της περιοχής του κυλικείου όμως δεν έδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων με αποτέλεσμα εκείνο το βράδυ να γίνει διάρρηξη του κυλικείου. Σύμφωνα με την απόφαση του Γενικού Διευθυντή ο Αργυρόπουλος λόγω ηλικίας και σωματικών δυνάμεων δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του φύλακα με αποτέλεσμα να γίνει η μετάθεση του στο τμήμα Αποθηκών ως βοηθός διαχειριστή ή κλητήρα. Το 1973 συνταξιοδοτήθηκε.

Γούλιος Γεώργιος

  • Υπάλληλοι
  • Πρόσληψη: 1937 Άδεια άνευ αποδοχών: 1942-3-20 Απόλυση: 1944-11-27 Επαναπρόσληψη: 1945-7-14 Απόλυση: 1948-8-16

Ο Γεώργιος Γούλιος γεννήθηκε στην Ιεροπηγή Καστοριάς από οικογένεια η οποία συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα για «την ουσιαστικήν επικράτησιν της ελληνικής πραγματικότητας». Πράγματι, πρόκειται για μια γνωστή οικογένεια χτιστάδων από το χωριό Λαμπάνιτσα, μετέπειτα Άη Δημήτρης, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα, καθώς πολλά μέλη της συμμετείχαν στην ελληνοβουλγαρική σύγκρουση υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και έγιναν γνωστοί ως μακεδονομάχοι. Πιθανότατα ο ιερέας Γεώργιος Γούλιος ο οποίος χειροτονήθηκε από τον Καραβαγγέλη με το όνομα Γερμανός για να επιστρέψει στο χωριό από την Αθήνα και να αφοσιωθεί στην αποστολή της εξουδετέρωσης της επιρροή του ιερέα και του δασκάλου που είχαν στείλει οι Βούλγαροι εκεί, ήταν θείος του, αδελφός του πατέρα του. Μετά από βασανιστήρια, ο ιερέας διέφυγε στην Καστοριά και οι Βούλγαροι ξέσπασαν στην αδελφή του, την οποία σκότωσαν μετά από βασανιστήρια, και τα δύο αδέλφια του στο χωριό Ιεροπηγή, διπλανό από τον Άη Δημήτρη-Λαμπάνιτσα, τα οποία δολοφονήθηκαν σε χαράδρα. Αργότερα ο ιερέας Γερμανός καταδικάστηκε σε εξορία και διέφυγε στην Αφρική, όπου και απεβίωσε. Τη δράση του συνέχισε ο γιος του Σταύρος ο οποίος κατετάγη στον ελληνικό στρατό και παρέμεινε σε αυτόν.
Ο Γεώργιος Γούλιος του ΛΤΘ ήταν πιθανότατα γιος ή εγγονός ενός από τα αδέλφια του ιερέα. Ο ίδιος πάντως, όπως από τις επιστολές του προκύπτει, έδρασε κατά το μεσοπόλεμο στο πλαίσιο εθνικών ελληνικών οργανώσεων και για αυτό «παρκολουθήτο υπό της μυστικής υπαρχούσης και δρώσης βουλγαρικής προπαγάνδας» στην περιφέρεια Καστοριάς-Φλώρινας. Μάλιστα, αναφέρει πως ο ίδιος είχε παρέμβει στη φοιτητική λέσχη του ΑΠΘ αναλύοντας «το διατί ιστορικώς η Μακεδονία είναι Ελληνική». Και τότε απειλήθηκε από έναν άλλον συμπατριώτη του φοιτητή, ενώ το ίδιο έπραξε και ο πατέρας του τελευταίου στις αρχές της Κατοχής.

Προσλήφθηκε από το ΛΤΘ ως ωρομίσθιος εργάτης κατά την περίοδο της εκτέλεσης των μεγάλων λιμενικών έργων. Στη συνέχεια Εργαζόταν ως ζυγιστής. Στις 18 Μαρτίου 1942 ζητάει ετήσια άδεια για να εργαστεί στην Γερμανία. Ο ίδιος στην αίτησή του αναφέρει ότι λόγω των οικονομικών συνθηκών ο μισθός της υπηρεσίας δεν είναι ικανός για του καλύψει ούτε τα προσωπικά μέσα συντήρησης ούτε να ενισχύσει «την πενομένην οικογένειάν» του η οποία διαμένει στη Φλώρινα καθώς δεν έχει κανέναν άλλο προστάτη «προ δε του φάσματος ενός βεβαίου εκ πείνης θανάτου» του οποίου τα συμπτώματα είχε αρχίσει ήδη να αντιλαμβάνεται «εις την προϊούσαν σωματικήν [του] εξάντλησιν» εξαιτίας του υποσιτισμού. Συγκεκριμένα, κατά το τελευταίο τρίμηνο η τροφή του αποτελείται «σχεδόν από κύπελον τέιον και κατά διαστήματα ενός τεμαχίου μπομπότας». Ο μισθός του δεν επαρκούσε ούτε για 7 ημέρες. Επίσης, αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο «οι υπάλληλοι σχεδόν άργουν παραμένοντας εις τους διαδρόμους και κυρίως των της τεχνικής υπηρεσίας». Ο ίδιος μάλιστα είχε αναλάβει από την υπηρεσία να εξυπηρετεί τις «την προσωπικήν ή οικογενειακήν ανάγκην του τότε προϊσταμένου αρχιμηχανικού» Συγκεκριμένα, περιπλανιώταν στα διάφορα χωριά της περιφέρειας με εντολή να αγοράσει τρόφιμα, την ίδια ώρα που ο ίδιος υπέφερε από «αφόρητον πείναν». Επίσης, δεν ήταν δυνατό σε αυτόν να επιστρέψει στο χωριό του γιατί, όπως είχε μάθει, οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει «να προδιαγράφουν, να προδίδουν ή να συκοφαντούν ελληνικάς οικογενείας και άτομα εις τας Ιταλικάς αρχάς κατοχής». Επιπλέον, αναφέρει πως «από χαρακτήρος» δεν μπορούσε να δράσει «κατά τρόπον ανώμαλον», δηλαδή να χαρτοπαίζει ή «κατά μη θεμιτόν τρόπον». Τέλος, ο ίδιος υποστήριζε πως διέτρεχε κίνδυνο από τους πράκτορες των Βουλγάρων οι οποίοι κινούνταν ελεύθεροι στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρεια. Συγκεκριμένα, καταγγέλλει γενικό γραμματέα της βουλγαρικής πολιτικής λέσχης και τον αδελφό γνωστού κομμουνιστή. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να μεταβεί στη Γερμανία για να εργαστεί ως απλός εργάτης ευελπιστώντας ότι θα συντηρήσει τον εαυτό του και θα ενισχύσει την οικογένειά του. Φεύγοντας από την Ελλάδα, όπως ο ίδιος υποστήριζε, θα απέφευγε όλους αυτούς τους κινδύνους, αλλά και θα απέφευγε να βλάψει άλλα άτομα. Η υπηρεσία πράγματι εκτιμώντας «την εξαθλίωσιν της οικονομικής και βιωτικής του καταστάσεως» και λαμβάνοντας τις εξαιρετικές συνθήκες θα χορηγήσει σε αυτόν άδεια άνευ αποδοχών στις 20 Μαρτίου 1942. Ωστόσο, όταν έληξε η άδεια στις 20 Μαρτίου 1943, αυτός δεν επανήλθε στην υπηρεσία του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, μετά από 11 μήνες διαμονής ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια επανόδου στην Ελλάδα, αλλά δεν του χορηγήθηκε. Μετά από 3 μήνες ξαναζήτησε άδεια επανόδου για λόγους υπηρεσιακούς, αλλά η επιθυμία του αυτή χαρακτηρίστηκε σαμποτάζ. Μαζί λοιπόν με 45 άλλους Ρώσους, Ουκρανούς και άλλους Έλληνες μεταφέρθηκαν σε κάτεργα στη Βιέννη και μετά σε ένα στρατόπεδο χιλιάδων ξένων εργατών από Ουγγαρία, Μοραβίαμ Νοϊδορφ. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει, ενώ αργότερα ακολούθησε και ο αποκλεισμός των συνόρων. Απελευθερώθηκε περίπου τον Απρίλιο του 1944, ενώ κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1944. Στις 4 Σεπτεμβρίου κατέθεσε αίτημα επαναπρόσληψης στο ΛΤΘ. Ωστόσο, στις 27 Νοεμβρίου 1944, κατά τη διάρκεια της Εαμοκρατίας, απολύθηκε από το ΛΤΘ με το αιτιολογικό ότι «απέχει αυθαιρέτως και αδικαιολογήτως της εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Στις 12 Ιουλίου 1945, ο Γούλιας κατέθεσε εκ νέου αίτηση επαναπρόσληψης και 2 ημέρες αργότερα, στις 14 Ιουλίου 1945, πράγματι προσλήφθηκε. Στις 16 Αυγούστου 1948, απολύθηκε ξανά λόγω αυθαίρετης και αδικαιολόγητης αποχής από την εργασία του. Αυτή τη φορά δεν είναι γνωστή η αιτία της απουσίας του.

Ιώβης Ηλίας

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1897 Πρόσληψη ΛΤΘ: 1936-6-12 Απόλυση:1953-4-24

Ο Ηλίας Ιώβης του Κωνσταντίνου και της Αθηνάς γεννήθηκε το 1897 στην ΄. Ο πατέρας του ήταν έμπορος ζώων. Ολοκλήρωσε την 4η Γυμνασίου στο Γυμνάσιο στη Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα στο Τσοτούλι. Η σύζυγός του ονομαζόταν Ευρυδίκη. Όντας στρατολογικής κλάσης 1917 την 1η Μαΐου 1917 υπηρέτησε στην Αγγλική Επιμελητεία της Θεσσαλονίκης ως διερμηνέας. Στις 3 Μαΐου 1920 υπηρέτησε τη θητεία του ως δεκανέας και απολύθηκε 16 Αυγούστου 1923. Συμμετείχε στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας από 6 Ιουλίου έως 27 Αυγούστου 1922. Ακολούθως στην εκστρατεία της Κωνσταντινούπολης από Μάιο 1922 και της Ανατολικής Θράκης από 28 Αυγούστου 1922 έως 16 Αυγούστου 1923. Έλαβε ένα μετάλλιο από το Διασυμμαχικό στρατό της Αντάντ και ένα Στρατιωτικής Αξίας από τον ελληνικό στρατό. Στις 5 Μαρτίου 1935 συμμετείχε στην επιστράτευση και απολύθηκε στις 23 Μαρτίου 1935. Στις 17 Ιουλίου 1938 έλαβε το βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 συμμετείχε στην επιστράτευση και απολύθηκε την 1η Μαΐου 1941. Ήταν μέλος στον Σύνδεσμο Εφέδρων Μακεδονίας, στο Φυσιολατρικό Όμιλο Θεσσαλονίκης και στο Σύλλογο Κλεισουρέων.
Εργάστηκε την περίοδο από 1 Φεβρουαρίου 1929 έως 30 Οκτωβρίου 1934 στην Κοινότητα Κλεισούρας.

Προσλήφθηκε στο Λιμενικό Ταμείο Θεσσαλονίκης στις 12 Ιουνίου 1936 με βάση τη νομοθεσία «περί προστασίας Εφέδρων Παλαιών Πολεμιστών» και τοποθετήθηκε προσωρινά στο λογιστήριο με το βαθμό του Γραμματέα Α΄. Στις 25 Φεβρουαρίου 1939 έλαβε το βαθμό του Εισηγητή και τοποθετήθηκε στην Τεχνική Υπηρεσία ως τεχνικός λογιστής μέχρι τον Ιούνιο 1942. Τότε αποσπάστηκε προσωρινώς στην Αυτόνομο Υπηρεσία Επισιτισμού Μακεδονίας. Στις 29 Αυγούστου 1942 επανήλθε στο ΛΤΘ και ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Λογιστηρίου και Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών. Στις 31 Ιανουαρίου 1946 προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Β΄. Ως προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών διαχειρίστηκε από 1945 έως το 1050 διάφορα αξιόλογα ποσά περίπου 35 δισεκατομμύρια δρχ.
Την 1η Ιουνίου 1952 τέθηκε προσωρινώς εκτός υπηρεσίας λόγω καταγγελιών διαχειριστικών ανωμαλιών στην Υπηρεσία των Γερανών. Συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου 1950 ο Ηλίας Ιώβης είχε εισπράξει από το ναυτικό πρακτορείο Σαλτιέλ για τη χρήση του πλωτού γερανού Dravo ένα ποσό το οποίο δεν ανταποκρινόταν σε εκείνο που κατατέθηκε στο ταμείο. Ακολούθησε ένορκη διοικητική εξέταση από τριμελή επιτροπή. Σύμφωνα με τον ίδιο δεν πρόκειται για υπεξαίρεση, αλλά εκκρεμότητα. Ο ίδιος θεωρεί πως έφθασε στο εδώλιο άδικα καθώς προσπάθησε να διευκολύνει την πληρωμή του πληρώματος του συγκεκριμένου πλωτού γερανού. Απολύθηκε στις 24 Απριλίου 1953 καθώς καταδικάσθηκε για τριετή φυλάκιση για υπεξαίρεση σε βάρος του ΛΤΘ. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσής του στην Επιτροπεία του ΛΤΘ το μέλος της Επιτροπείας Θεοδώρου υποστηρίζει ότι η Επιτροπείας πρέπει να λάβει συνολικά υπόψιν την πολιτείας του Ιώβη τόσο ως υπαλλήλου όσο και ως πολίτη. Κατά την άποψή του πρόκειται για σικαστική πλάνη υποστηρίζοντας την αναψηλάφιση της δίκης. Καθώς «δεν είναι επιτρεπτόν να σφαγιάζωνται κατ’ αυτόν τον τρόπον οι έντιμοι υπάλληλοι». Ο Κωνσταντίνος Κώνστας, πρώην πρόεδρος του ΛΤΘ και διευθυντής του Τελωνείου, αναφέρει ότι ήταν «τύπος και υπογραμμός υπαλλήλου αφοσιωμένου εις το καθήκον και μόνον» και γι’ αυτό συνέχει η ίδια αγανάκτηση. Επίσης, ο Κύρτσης, εξίσου πρώην πρόεδρος του ΛΤΘ, προσθέτει ότι είχε εκτιμήσει την υπηρεσιακή προσήλωση του Ιώβη και την εντιμότητά του. Ωστόσο, η Επιτροπεία ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει το νόμο. Για αυτό το λόγο και ανεξαρτήτως της διαχειριστικής «ανωμαλίας» το ΛΤΘ θα δώσει πιστοποιητικό προϋπηρεσίας.