|
Στρώμνιτσα
|
- Η Στρώμνιτσα (σλαβομακεδονικά: Струмица [ˈstrumitsa] (βοήθεια·λήψη), είναι πόλη στη Νοτιοανατολική περιφέρεια και μεγαλύτερη πόλη της ανατολικής Βόρειας Μακεδονίας, κοντά στη μεθοριακή διάβαση Νόβο Σέλο-Πετρίτσι προς τη Βουλγαρία. Κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Αστραίον και επί ρωμαικής εποχής Τιβεριούπολις. Τη διαρρέει ο ποταμός Στρωμνιτσιώτης (σήμερα Στρούμιτσα), παραπόταμος του Στρυμώνα.
- Υπό την οθωμανική διοίκηση η πόλη αναφέρεται και ως Ουστρούμτσε. Ανήκε στο Σαντζάκι του Κιουστεντίλ και καθιερώθηκε το τιμαριωτικό σύστημα των σπαχήδων. Εγκαταστάθηκαν νομάδες και κτηνοτρόφοι τουρκικής προέλευσης, που άλλαξαν τη γενική όψη της πόλης, καθιστώντας την πιο ανατολίτικη. Σύμφωνα με την απογραφή του 1519 η Στρώμνιτσα είχε πληθυσμό 2.780, εκ των οποίων 1.450 ήταν Χριστιανοί και 1.330 Μουσουλμάνοι. Υπήρχαν περίοδοι που ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ κορυφωνόταν στην περιοχή, με αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των Μουσουλμάνων (2.200) σε σύγκριση με τους Χριστιανούς (1.230) σύμφωνα με την απογραφή του 1570. Το 17ο αιώνα έγινε έδρα ενός καδιλίκ (περιοχή ενός καδή:μουσουλμάνου δικαστή), υποδιαίρεση σαντζακίου). Την εποχή περίπου αυτή τη Στρώμνιτσα επισκέφθηκαν οι Τούρκοι περιηγητές-συγγραφείς Χατζή Κάλφα (1665) και Εβλιγιά Τσελεμπή (1670), που έδωσαν μια περιγραφή της πόλης και όλων των ισλαμικών κτιρίων της. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα η Στρώμνιτσα ανήκε στο Σαντζάκι της Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοι της περιοχής Στρώμνιτσας συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η επιρροή του Πατριαρχείου αυξήθηκε και το ίδιο έκανε και ο αριθμός των χριστιανών με ελληνική συνείδηση. Αργότερα με την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας ορισμένοι χριστιανικοί πληθυσμοί την ακολούθησαν. Έτσι άρχισαν σιγά σιγά να οργανώνεται στην πόλη, εκτός της ελληνικής, και βουλγαρική κοινότητα. Το πρώτο βουλγαρικό σχολείο στην περιοχή της Στρώμνιτσας άνοιξε στο Ρόμποβο μόλις το 1860 και ο πρώτος δάσκαλός του ήταν ο Αρσένι Kόστεντσεφ από το Στιπ. Η περίοδος αυτή συνέπεσε με το έργο των μεγάλων μαστόρων τοιχογραφιών από τη Στρώμνιτσα - Βασίλ Γκιοργκίεφ και Γκριγκόρι Πετσάνοφ, που εργάστηκαν σε πολλές εκκλησίες που χτίστηκαν στην περιοχή της Στρώμνιτσας εκείνη την εποχή. Τις επόμενες δεκαετίες οι χριστιανοί με ελληνική συνείδηση της Στρώμνιτσας και της γύρω περιοχής δέχθηκαν αλλεπάλληλες διώξεις από βουλγαρικές ένοπλες ομάδες.
- Μετά το Συνέδριο του Βερολίνου του 1878, όταν η οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε αρκετά μεγάλο μέρος των εδαφών της στα Βαλκάνια, ένα ρεύμα των προσφύγων συνέρρευσε στην περιοχή, μερικοί από τους οποίους κατέληξαν στη Στώμνιτσα. Αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονταν
- Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η Στρώμνιτσα ανήκε στο Βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Στα μέρη αυτά έδρασε η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση της επαρχίας Ογκράζντε. Ένας από τους πιο φοβερούς κομιτατζήδες της οργάνωσης στη Στρώμνιτσα ήταν ο Χρίστο Τσερνοπέεφ, που έλαβε μέρος στην Επανάσταση των Νεοτούρκων (1908 - 1909). Το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν η ελευθερία για τους ντόπιους, που τελικά παρέμειναν υπό οθωμανική κυριαρχία.
- Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το 1912 οι Οθωμανοί νικήθηκαν και εκδιώχθηκαν από τη Μακεδονία με την κοινή προσπάθεια της Βαλκανικής Συμμαχίας (Ελλάδα,Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο). Η Βουλγαρία προσάρτησε την πόλη της Στρώμνιτσας. Στο Β' Βαλκανικό Πόλεμο (1913), μεταξύ των τριών από τους βαλκανικούς συμμάχους κατά της Βουλγαρίας, η τελευταία ηττήθηκε, ωστόσο, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913) η Στρώμντσα έμεινε υπό βουλγαρική κυριαρχία. Κατά την αποχώρηση του ελληνικού στρατού η πόλη πυρπολήθηκε, και η φωτιά κράτησε από τις 8 μέχρι τις 15 Αυγούστου 1913. Η ζημιά ήταν μεγάλη: κάηκαν πάνω από 1900 δημόσια κτίρια, ιδιωτικές κατοικίες και άλλες κατασκευές. Από το 1913 έως το 1919 οι περισσότεροι Έλληνες μετακινήθηκαν στη Μακεδονία εντός ελληνικής επικράτειας και εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς και τη Θεσσαλονίκη. Η Στρώμνιτσα παρέμεινε υπό βουλγαρική κυριαρχία μέχρι το 1919 (παρόλο που καταλήφθηκε για δεύτερη φορά από τον ελληνικό στρατό), όταν παραχωρήθηκε στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919). Από το 1929 ως το 1941 η Στρώμνιτσα ανήκε στη Μπανόβινα του Βαρδάρη του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας.
|
0 |
2 |
|
Σκόπια
|
- Το Σκόπια είναι πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Μακεδονίας.
- Η πόλη παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για πάνω από 500 χρόνια και ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου σαντζακίου και κατόπιν ολόκληρου του Βιλαετιού του Κοσσυφοπεδίου
- Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 467.257 κατοίκους.
- Το σημερινό όνομα της πόλης προέρχεται από το «Scupi» (προερχόμενο από το Ελληνικό Σκούποι), που ήταν το όνομα ενός ρωμαϊκού οικισμού που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Ωστόσο, πριν δημιουργηθεί ο οικισμός, η περιοχή είχε ήδη κατοικηθεί από τους Ιλλυριούς και το «Σκούποι» είναι ίσως Ιλλυρικής προέλευσης. Η έννοια του εν λόγω ονόματος είναι άγνωστη.
|
1 |
1 |
|
Ιταλία
|
- Η Ιταλία, είναι χώρα που βρίσκεται στην Ευρώπη.
- Ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 58.983.122 κατοίκους (σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις για το 2022)
- Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Ιταλίας είναι η Ρώμη.
|
5 |
3 |
|
Μασσαλία
|
- Η Μασσαλία είναι η πιο σημαντική πόλη-λιμάνι της Γαλλίας και το τρίτο πιο σημαντικό λιμάνι της Ευρώπης.
- Βρίσκεται στον κόλπο Λέοντα, στη Δυτική Μεσόγειο.
- Με περίπου 820.000 κατοίκους πληθυσμό, η Μασσαλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γαλλίας μετά το Παρίσι και ανήκει στην ευρύτερη ιστορική περιοχή της Προβηγκίας
- Ολόκληρη η αστική περιοχή γύρω από τη Μασσαλία έχει πληθυσμό περίπου 1,2 εκατομμύρια κατοίκους. Η Μασσαλία βρίσκεται σε υψόμετρο 12 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Όμως, οι λόφοι βόρεια της Μασσαλίας, ξεπερνούν και τα 700 μέτρα σε ύψος. Ανατολικά της πόλης βρίσκονται οι εκβολές του ποταμού Ροδανού.
|
1 |
1 |
|
Στενήμαχος
|
- Η Στενήμαχος (βουλγαρικά: Асеновград, Ασένοβγκραντ, έως το 1934 Станимака, Στανίμακα) είναι πόλη της νοτιοκεντρικής Βουλγαρίας. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη, μετά τη Φιλιππούπολη, πόλη στην Περιφέρεια της Φιλιππούπολης. Απέχει 19 χιλιόμετρα νότια από τη Φιλιππούπολη και 150 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της χώρας Σόφια.
- Μετά την κατάληψη της Βουλγαρίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εγκαταστάθηκαν στη Στενήμαχο Ρομά και Τούρκοι, που σήμερα αποτελούν το 15% του πληθυσμού του δήμου του Ασένοβγκραντ. Το 75% είναι Βούλγαροι και οι υπόλοιποι άγνωστης προέλευσης και άλλοι. Μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη κατοικείτο κυρίως από Έλληνες. Βούλγαροι από διάφορες περιοχές της Ελλάδας εγκαταστάθηκαν στο Ασένοβγκραντ, ενώ οι Έλληνες κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς, τη Δράμα, τη Θέρμη και τη Νάουσα στη Μακεδονία. Σήμερα λίγο έξω από την πόλη της Νάουσας υπάρχει χωριό με το όνομα Στενήμαχος, του οποίου οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους έλκουν τις ρίζες τους από τη Στενήμαχο της Βουλγαρίας καθώς το χωριό ιδρύθηκε από 115 οικογένειες Ελλήνων που έφυγαν με την συνθήκη του Νειγύ από την περιοχή εκείνη, ενώ η Νάουσα και το Κιλκίς έχουν αδελφοποιηθεί με το Ασένοβγκραντ. Επίσης, πρόσφυγες από την Στενήμαχο εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Δράμας όπου δημιούργησαν το συνοικισμό Νέα Στενήμαχος ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Θέρμη Θεσσαλονίκης.
|
0 |
2 |
|
Ορτάκιοϊ (Ιβαΐλοβγκραντ) Δυτικής Θράκης
|
- Το Ορτάκιοϊ της Θράκης (σημερινή ονομασία Ιβαΐλοβγκραντ), είναι πόλη της Βουλγαρίας κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, δίπλα στο νομό Έβρου. Βρίσκεται δεξιά του ποταμού Άρδα σε απόσταση 4 χιλιομέτρων και στο ανατολικότερο τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης. Είναι το διοικητικό κέντρο του ομώνυμου Δήμου Ιβαΐλοβγκραντ.
- Το Ορτάκιοϊ κατελήφθη από τους Βούλγαρους κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (30 Σεπτεμβρίου 1912 – 30 Μαΐου 1913) και επιστράφηκε στην Τουρκία τον Σεπτέμβριο του 1913 με τις συνθήκες του Βουκουρεστίου και της Κωνταντινουπόλεως. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παραχωρήθηκε από την Τουρκία στη Βουλγαρία με την συνθήκη της 6ης Σεπτεμβρίου 1915. Από εκείνη τη χρονική στιγμή οι Έλληνες κάτοικοι ξεκίνησαν να εγκαταλείπουν την πόλη και κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην ελεύθερη Ελλάδα με πρωτοστάτη και οδηγό τον Ιερέα και Δημοδιδάσκαλο πατέρα Απόστολο Παπαποστόλου. Εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Δράμας όπου δημιούργησαν τον συνοικισμο των Ορτακινών και στη Χωριστή Δράμας. Άλλοι Ορτακινοί εγκαταστάθηκαν στη Μικρόπολη, το Περιθώρι, τη Φτελιά, το Φωτολίβος, την Ελευθερούπολη και τη Θεσσαλονίκη.
|
1 |
4 |
|
Βάρνα
|
- Η Βάρνα (βουλγαρικά: Варна) είναι η μεγαλύτερη πόλη στη βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια. Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και του Δήμου της Βάρνας και η δέκατη μεγαλύτερη πόλη στα Βαλκάνια. Μεγάλο λιμάνι, αγροτικό, εμπορικό και ναυπηγικό κέντρο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο 16ο και 17ο αιώνα, διατηρώντας σημαντικό και οικονομικά ενεργό Βουλγαρικό πληθυσμό. Το 1866 η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή στη Βουλγαρία συνέδεσε τη Βάρνα με το Ρούσε στο Δούναβη, συνδέοντας την Οθωμανική πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη με την Κεντρική Ευρώπη. Για μερικά χρόνια το Οριάν Εξπρές περνούσε από αυτή τη γραμμή. Το λιμάνι της Βάρνας αναπτύχθηκε ως μείζων προμηθευτής τροφίμων - κυρίως σιταριού από το γειτονικό σιτοβολώνα της Νότιας Δοβρουτσάς - για την Κωνσταντινούπολη και πολυσύχναστο κέντρο Ευρωπαϊκών εισαγωγών προς την πρωτεύουσα. Στην πόλη άνοιξαν 12 ξένα προξενεία. Ντόπιοι Βούλγαροι συμμετείχαν στη (Βουλγαρική) Εθνική Αναγέννηση και ο Βασίλ Λέβσκι ίδρυσε μια μυστική επαναστατική επιτροπή. Το 1878 η πόλη, που αριθμούσε 26 χιλιάδες κατοίκους, δόθηκε στη Βουλγαρία από τα Ρωσικά στρατεύματα, που μπήκαν σ' αυτή στις 27 Ιουλίου.
- Στα τέλη του 19ου αιώνα, τις πρώτες δεκαετίες μετά την ένταξη της Βάρνας στη νεότερη Βουλγαρία, οι Βούλγαροι ήταν 3.000 από το συνολικό πληθυσμό των 21.000 κατοίκων. Με την αποχώρηση των περισσότερων Τούρκων και Ελλήνων και την άφιξη Βουλγάρων προσφύγων και εποίκων από την ενδοχώρα, τη Βόρεια Δοβρουτσά, τη Βεσσαραβία και τη Μικρά Ασία και αργότερα προσφύγων από τη Μακεδονία, την Ανατολική Θράκη και τη Νότια Δοβρουτσά μετά το Β΄ Βαλκανικό και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η εθνοτική πολυμορφία έδωσε τη θέση της στη Βουλγαρική επικράτηση, αν και για πολλές δεκαετίες παρέμειναν σημαντικές μειονότητες Γκαγκαούζων, Αρμενίων και Σεφαρδιτών Εβραίων.
|
0 |
4 |
|
Αγχίαλος
|
- Η Αγχίαλος (βουλγ.: Поморие / Πομόριε) παλαιότερα: Анхиало, λατ.: Anchialus, τουρκ.: Ahyolu) είναι πόλη και παραθαλάσσιο θέρετρο της νοτιοανατολικής Βουλγαρίας. Είναι κτισμένη σε μια στενή και βραχώδη χερσόνησο στον Κόλπο του Μπουργκάς, στη νότια βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας.
- Στις 27 Ιανουαρίου 1878 αποτέλεσε τμήμα της Ανατολικής Ρωμυλίας, ως κέντρο καζά του σαντζακίου του Μπουργκάς, ως τη Βουλγαρική Επανένωση το 1885. Στην αρχή του 20ου αιώνα η Αγχίαλος ήταν κατά κύριο λόγο ελληνική πόλη περίπου 6.000 κατοίκων. Υπήρξε μια από τις κατοικούμενες κυρίως από Έλληνες πόλεις της Βουλγαρίας που επηρεάσθηκαν από ανθελληνικά πογκρόμ στις αρχές της δεκαετίας του 1900. Η τοπική ελληνική κοινότητα είχε ήδη στοχοποιηθεί από τις βουλγαρικές αρχές από τις αρχές του 1905. Η πόλη κάηκε τον Ιούλιο του 1906 και πάνω από 300 Έλληνες δολοφονήθηκαν. Οι δράστες ήταν Βούλγαροι πρόσφυγες από την περιοχή της Μακεδονίας ως απάντηση στη σφαγή των Βουλγάρων κατοίκων του χωριού Ζαγορίτσανη από Έλληνες ενόπλους. Εκτός από πολιτικούς λόγους υπήρχαν και οικονομικά κίνητρα. Οι βουλγαρικές αρχές κατηγορήθηκαν από τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις λόγω αυτής της τροπής των γεγονότων. Η καταστροφή της πόλης συγκρίθηκε από την ευρωπαϊκή διπλωματία της εποχής με τα αντιεβραϊκά πογκρόμ στη Ρωσία. Η πόλη φιλοξένησε πολλούς Βούλγαρους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, κυρίως γύρω από τις Σαράντα Εκκλησιές μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που αντικατέστησαν τους Έλληνες που είχαν φύγει την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και το 1906 ίδρυσαν τη Νέα Αγχίαλο στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα έχασε σταδιακά το μεγαλύτερο μέρος της σημασίας της στη νότια ακτή της βουλγαρικής Μαύρης Θάλασσας προς όφελος του ταχέως αναπτυσσόμενου Μπουργκάς. Καθιερώθηκε ως κέντρο παραγωγής κρασιού και αλατιού και μετονομάστηκε σε Πομόριε το 1934.
|
0 |
1 |
|
Μεσημβρία( Νεσέμπαρ)
|
- Το Νεσέμπαρ ή Μεσημβρία είναι πόλη της Βουλγαρίας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.
- Η πόλη είναι το διοικητικό κέντρο της ομώνυμου Δήμου και συχνά αναφέρεται ως το μαργαριτάρι της Μαύρης Θάλασσας ή ως το Ντουμπρόβνικ της Μαύρης Θάλασσας. Η πόλη είναι μια πόλη-μουσείο με ιστορία 3.000 χρόνων και ένας από τους κυριότερους τουριστικούς προορισμούς της Βουλγαρίας.
- Το 1983, λόγω της ιστορίας της και των πολλών διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από αυτή, ανακηρύχθηκε από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, θεωρούμενη ως
|
1 |
0 |
|
Νευροκόπι
|
|
0 |
1 |