|
Untitled
|
|
1 |
0 |
|
Untitled
|
|
1 |
0 |
|
Untitled
|
|
1 |
0 |
|
Untitled
|
|
1 |
0 |
|
Untitled
|
- Ο Αναγκαστικός Νόμος 340/1968, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 68/Α/1-4-1968, φέρει τον τίτλο «Περί μέτρων βελτιώσεως της αποδοτικότητας των Δημοσίων Υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ.» και αποτελεί μια νομοθετική προσπάθεια της στρατιωτικής κυβέρνησης να ενισχύσει τον κρατικό έλεγχο στην εκπαίδευση και κατάρτιση των δημοσίων υπαλλήλων, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διοικητικού μηχανισμού.
- Ο παρών νόμος αποσκοπεί στη βελτίωση της αποδοτικότητας του έργου των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, μέσω της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μετεκπαίδευσης, κατάρτισης και επιμόρφωσης. Η μετεκπαίδευση επιδιώκει την αναβάθμιση των γνώσεων, δεξιοτήτων και της επαγγελματικής ικανότητας των υπαλλήλων, ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες του διοικητικού έργου. Ειδικότερα, στοχεύει στη βελτίωση των γνώσεων για την εφαρμογή των νόμων, στην προσαρμογή σε νέες τεχνολογίες, στην απόκτηση ειδικών γνώσεων σε ζητήματα διοίκησης και στην καλλιέργεια διοικητικής ευσυνειδησίας. Η μετεκπαίδευση οργανώνεται σε δύο κύριες μορφές: ως μετεκπαίδευση εσωτερικού, με μαθήματα σε Εθνικά Κέντρα Διοίκησης και σε ειδικά αναγνωρισμένα ιδρύματα, και ως μετεκπαίδευση εξωτερικού, που πραγματοποιείται σε αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού ή με προγράμματα διεθνούς συνεργασίας. Το Κέντρο Μετεκπαίδευσης συγκροτείται εντός του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως και αποτελεί την κύρια οργανωτική μονάδα, υπεύθυνη για τον σχεδιασμό, το περιεχόμενο και τη διενέργεια των προγραμμάτων. Στη λειτουργία του Κέντρου συμμετέχουν και στελέχη από τη Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Διοίκησης. Η προκήρυξη προγραμμάτων μετεκπαίδευσης γίνεται από τον Υπουργό Προεδρίας ή τους συναρμόδιους υπουργούς και μπορεί να αφορά είτε ολόκληρο κλάδο υπαλλήλων είτε επιμέρους ειδικότητες ή υπηρεσίες. Οι υπάλληλοι που συμμετέχουν στη μετεκπαίδευση παραμένουν στη θέση τους, ενώ διατηρούν όλα τα δικαιώματα και απολαβές της οργανικής τους θέσης, εκτός αν προβλέπεται η μετάθεσή τους. Για τους μετακινούμενους σε ιδρύματα εκτός έδρας, καταβάλλονται τα προβλεπόμενα οδοιπορικά, ημερήσιες αποζημιώσεις και έξοδα διαμονής. Ο υπάλληλος υποχρεούται να συμμετάσχει πλήρως στην εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ η αδικαιολόγητη αποχή του ή η αποτυχία του επιφέρουν διοικητικές συνέπειες. Αντίστοιχα, η επιτυχής παρακολούθηση των προγραμμάτων συνεκτιμάται για την υπηρεσιακή τους εξέλιξη. Για την εφαρμογή των μέτρων αυτών, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας οι λεπτομέρειες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής, τις εξετάσεις, τις αποσπάσεις, τις εγγραφές στα ιδρύματα, τη χρονική διάρκεια των προγραμμάτων και τη συνεργασία με άλλες υπηρεσίες ή οργανισμούς. Σε κάθε περίπτωση, οι Γενικές Διευθύνσεις ή άλλες μονάδες διοίκησης έχουν την ευθύνη για την υποστήριξη του θεσμού της μετεκπαίδευσης και οφείλουν να λαμβάνουν μέριμνα για την κατάρτιση ετήσιου προγράμματος εκπαίδευσης του προσωπικού. Το Υπουργείο Προεδρίας δύναται να συνεργάζεται με το Υπουργείο Εξωτερικών, το Υπουργείο Συντονισμού, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς και ξένα κράτη για την προώθηση προγραμμάτων μετεκπαίδευσης στο εξωτερικό. Ο παρών νόμος ισχύει από τη δημοσίευσή του και τροποποιεί ή συμπληρώνει κάθε αντίθετη διάταξη.
|
0 |
0 |
|
Untitled
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 515/1970 ρυθμίζει τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών και αντικαθιστά τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 4 του Π.Δ. της 27ης Ιουλίου 1932. Σύμφωνα με το άρθρο 1, η υπέρβαση του ημερησίου και εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας επιτρέπεται στις εξής περιπτώσεις: α) Επειγουσών εργασιών αναγκαίων για την πρόληψη ζημιών, την ασφάλεια των προσώπων και εγκαταστάσεων ή την αποτροπή ατυχημάτων, β) Εργασιών κοινής ωφέλειας κατεπείγοντος χαρακτήρα, γ) Εκτάκτων καιρικών συνθηκών που εμποδίζουν τη συνέχιση της εργασίας. Οι εργοδότες που κάνουν χρήση των εξαιρέσεων αυτών οφείλουν να γνωστοποιούν το γεγονός στο αρμόδιο Επιθεωρητήριο Εργασίας και να λαμβάνουν σχετική άδεια όπου απαιτείται. Οι ημέρες ανάπαυσης ή υποχρεωτικής αργίας δεν περιλαμβάνονται στο κανονικό ωράριο. Εισάγεται η υποχρέωση καταβολής προσαύξησης 75% επί του καταβαλλομένου ημερομισθίου για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης. Το άρθρο 2 ορίζει ότι για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με ειδικούς όρους ή κατά κυμαινόμενους χρόνους εργασίας μπορεί να εγκρίνεται τροποποιημένο ωράριο. Το άρθρο 3 προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 515/70 και σε εργαζομένους που υπάγονται σε ειδικά εργασιακά καθεστώτα ή είναι εποχικοί, έκτακτοι, ορισμένου χρόνου ή ημερομίσθιοι. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα κατάρτισης ειδικών ρυθμίσεων ανά επιχείρηση ή επαγγελματικό κλάδο με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και άλλων συναρμόδιων υπουργείων. Το άρθρο 4 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για την παραβίαση των διατάξεων: χρηματική ποινή από 5.000 έως 8.000 δραχμές, φυλάκιση έως 10 ημερών ή και τις δύο ποινές σωρευτικά, καθώς και διοικητικές κυρώσεις, όπως αφαίρεση άδειας. Το άρθρο 5 ορίζει ότι η εφαρμογή των χρονικών ορίων γίνεται υπό την εποπτεία των Επιθεωρητών Εργασίας και των αρμόδιων οργάνων των σωμάτων ασφαλείας. Επιτρέπεται η διενέργεια ελέγχων καθ’ οποιαδήποτε ημέρα και ώρα, ακόμα και Κυριακές και νυχτερινές ώρες. Οι παραβάτες υποχρεούνται να παρέχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, στοιχεία και εξηγήσεις. Στο άρθρο 6 προβλέπεται ότι οι Επιθεωρητές Εργασίας μπορούν να επιβάλλουν χρηματικές κυρώσεις και να εισηγούνται αναστολή λειτουργίας ή αφαίρεση αδειών σε περιπτώσεις υποτροπής. Το άρθρο 7 προβλέπει ότι τα διοικητικά όργανα των Επιθεωρήσεων υποχρεούνται να αναρτούν σε πίνακες τις παραβάσεις που έχουν καταγραφεί ανά επιχείρηση. Το άρθρο 8 ορίζει τις ποινές για παρακώλυση ελέγχου, οι οποίες φθάνουν έως και τους 6 μήνες φυλάκισης και επιβολή προστίμου. Το άρθρο 9 ρυθμίζει τις μεταβατικές διατάξεις για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς και την κατάργηση προγενέστερων διατάξεων, ενώ το άρθρο 10 ορίζει ότι η ισχύς του Ν.Δ. 515/70 αρχίζει από την 1η Ιουλίου 1970.
|
0 |
0 |
|
Untitled
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 718/1970 αφορά τη ρύθμιση των φαρικών τελών, δηλαδή των τελών που καταβάλλονται για τη χρήση φάρων από πλοία ελληνικά και ξένα που προσεγγίζουν ελληνικά λιμάνια ή διέρχονται από θαλάσσιες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Το διάταγμα προβλέπει ότι τα πλοία υπό ξένη σημαία υποχρεούνται να καταβάλλουν φαρικό τέλος κατά την προσέγγιση ή είσοδο σε ελληνικό λιμένα, ενώ εξαιρούνται τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού, τα πολεμικά πλοία άλλων κρατών κατόπιν συμφωνιών, καθώς και πλοία που χρησιμοποιούνται για δημόσιες υπηρεσίες, έρευνες ή κοινωνικούς σκοπούς. Ρητώς απαλλάσσονται από το τέλος τα πλοία που μεταφέρονται για να διαλυθούν, εκείνα που μεταφέρονται χωρίς φορτίο από ναυπηγείο ή επισκευαστική βάση προς εξοπλισμό και δοκιμές, καθώς και εκείνα που παραδίδονται από τον ναυπηγό στον πλοιοκτήτη, χωρίς να έχουν ήδη αποφέρει εμπορικό όφελος. Τα ελληνικά και ελληνικών συμφερόντων πλοία που φέρουν ξένη σημαία επίσης υπόκεινται σε φαρικά τέλη, ανάλογα με τη χωρητικότητά τους. Ειδικές διατάξεις προβλέπονται για διαφορετικές κατηγορίες πλοίων με βάση τη χωρητικότητα (σε κόρους) και τη δραστηριότητά τους (μεταφορά φορτίου, επιβατών, δεξαμενόπλοια, επιβατηγά–οχηματαγωγά, αλιευτικά, ρυμουλκά, ναυαγοσωστικά κ.λπ.). Το φαρικό τέλος υπολογίζεται βάσει καθορισμένων συντελεστών επί του συνολικού αριθμού καθαρών κόρων χωρητικότητας του πλοίου και αποδίδεται υπέρ του Κεντρικού Λογαριασμού Φαρικών Τελών. Τα έσοδα από τα φαρικά τέλη εισπράττονται μέσω των λιμενικών ή τελωνειακών αρχών, ανάλογα με την περίπτωση, και κατατίθενται υπέρ του Δημοσίου. Ορίζεται επίσης ότι τα τέλη εισπράττονται ανεξαρτήτως του αν ο φάρος χρησιμεύει απευθείας στο πλοίο και ανεξαρτήτως της διάρκειας της παραμονής του στο ελληνικό λιμάνι. Για τις κατηγορίες πλοίων που απαλλάσσονται ή που εισέρχονται σε λιμένα για λόγους επισκευής, ανακατασκευής ή δοκιμών, πρέπει να κατατίθεται υπεύθυνη δήλωση του πλοιοκτήτη ή του ναυπηγού, η οποία εξετάζεται από τις λιμενικές ή τελωνειακές αρχές. Τα τέλη καθορίζονται αναλυτικά για κάθε περίπτωση στο σώμα του διατάγματος, με βάση κανονιστικούς πίνακες. Εφόσον δεν καταβληθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, επιβάλλονται προσαυξήσεις και κυρώσεις. Το διάταγμα καθορίζει και τον τρόπο είσπραξης των τελών, τα έντυπα που χρησιμοποιούνται, την ευθύνη των λιμενικών αρχών για τη βεβαίωση και απόδοση των εισπραχθέντων ποσών, καθώς και τις διαδικασίες προσφυγής και αμφισβήτησης για τυχόν διαφορές. Προβλέπεται επίσης ότι σε περίπτωση κατάπλου σε λιμένα και ταυτόχρονης εκφόρτωσης ή φόρτωσης φορτίου, οφείλονται φαρικά τέλη ακόμη και αν ο λιμένας δεν εξυπηρετεί άμεσα φαρική ναυσιπλοΐα. Τέλος, ορίζεται ρητά η έναρξη ισχύος του διατάγματος από την 1η Ιανουαρίου 1971 και η κατάργηση κάθε αντίθετης διάταξης προηγούμενης νομοθεσίας.
|
0 |
0 |
|
Untitled
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 641/1970 ρυθμίζει τη δυνατότητα ορισμένων συνταξιούχων του Δημοσίου να λαμβάνουν ταυτόχρονα τη σύνταξή τους και αποδοχές από δημόσια υπηρεσία ή θέση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Παρακάτω παρατίθεται η πλήρης ενιαία απόδοση του διατάγματος χωρίς κενά ή bullet points: Συνταξιούχοι του Δημοσίου, είτε λόγω υπηρεσίας είτε λόγω μεταβιβαστικών λόγων, οι οποίοι προσλαμβάνονται ή υπηρετούν ή μετατάσσονται ως υπάλληλοι ή λειτουργοί ή με οποιαδήποτε ιδιότητα σε δημόσια ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε κοινωφελή ιδρύματα και οργανισμούς ή σε οργανισμούς κοινωνικής πρόνοιας και λοιπά, εξακολουθούν να λαμβάνουν τις συντάξεις τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές από μισθούς, επιδόματα και λοιπές απολαβές, μαζί με τη σύνταξη, δεν υπερβαίνουν τα όρια αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων της αντίστοιχης βαθμίδας. Εάν υπερβαίνουν, η διαφορά παρακρατείται από τη σύνταξη. Ειδικά για τους προσλαμβανόμενους σε θέση διευθυντή ή γενικού διευθυντή, προβλέπεται ότι η διαφορά δεν παρακρατείται. Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά, οι υπάλληλοι που εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία κατατάσσονται στο βαθμό και τη μισθολογική κλίμακα που αντιστοιχεί στη νέα τους θέση, με βάση την προϋπηρεσία τους. Σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ακρίβεια η προϋπηρεσία, οι αποδοχές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργείου. Ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων αυτών από την επαναπρόσληψή τους και εξής, συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση ή αύξηση της σύνταξής τους. Σε περιπτώσεις συνταξιούχων που προσλαμβάνονται σε θέσεις βοηθητικού ή κατώτερου προσωπικού και λαμβάνουν μειωμένες αποδοχές, δεν εφαρμόζεται η παρακράτηση. Η επαναχορήγηση της σύνταξης γίνεται με πράξη της Διεύθυνσης Συντάξεων. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί των συνταξιούχων που λαμβάνουν σύνταξη βάσει των Ν.Δ. 3200/1955, 2500/1953 και άλλων συναφών νομοθετημάτων. Οι σχετικές καταργούμενες διατάξεις ορίζονται στο άρθρο 6. Τέλος, η ισχύς του διατάγματος αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 1970.
|
0 |
0 |
|
Untitled
|
|
0 |
0 |
|
Untitled
|
|
0 |
0 |