|
Χωρίς τίτλο
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 519/1970 αφορά τη δυνατότητα ταυτόχρονης καταβολής μισθού και σύνταξης σε συνταξιούχους του Δημοσίου υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
- Συνταξιούχοι του Δημοσίου, είτε λόγω υπηρεσίας σε ίδιο καθήκον είτε μεταταχθέντες, προσλαμβανόμενοι ή προερχόμενοι ως υπάλληλοι ή υπηρετούντες ή υπηρετήσαντες επί συμβάσει ή επί έμμισθη εντολή ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση σε Οργανισμό Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου παρά το Δημόσιο ή σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή τους Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις ή τις Τράπεζες ή τις επιχειρήσεις της χρηματοδοτουμένης ή διαχειριζομένης υπό του Δημοσίου οικονομίας, δύνανται να λαμβάνουν μισθό και αποδοχές από τον φορέα απασχόλησής τους και ταυτοχρόνως να λαμβάνουν σύνταξη από τον Δημόσιο Τομέα. Οι προσλαμβανόμενοι σε ειδικά ή ανώτατα θέσεις, ή με αποδοχές άνω των 5.000 δραχμών, οφείλουν να επιλέξουν είτε τις αποδοχές είτε τη σύνταξη ή μέρος αυτής. Εις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται και άλλη πηγή συνταξιοδοτήσεως ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται το άρθρο 2. Όσοι έχουν ήδη προσληφθεί κατά τα προηγούμενα άρθρα μπορούν να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν μισθό και σύνταξη υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλουν μηνιαίως ποσό ίσο με το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου μισθού υπέρ του Δημοσίου. Σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου του Δημοσίου που συνταξιοδοτήθηκε και επαναπροσλήφθηκε, οι δικαιούχοι δύνανται να επιλέξουν είτε την επαναχορήγηση της σύνταξης είτε μέρος αυτής, αναλόγως των αποδοχών που ελάμβανε ο αποβιώσας. Η επαναχορήγηση της σύνταξης στους δικαιούχους γίνεται μόνο κατόπιν αιτήσεώς τους. Εξαιρούνται των διατάξεων του παρόντος οι λαμβάνοντες πολεμική ή προσωπική σύνταξη ή στρατιωτική εν γένει σύνταξη παθόντων ή υπηρεσίας και άνευ ποινής, οι οποίοι δύνανται να λαμβάνουν ταυτοχρόνως αποδοχές ενεργείας και σύνταξης άνευ περιορισμού. Επίσης, τα ανωτέρω δεν καταλαμβάνουν τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου αποδοχών ή επιδομάτων της συγκυρίας καταβολής αποδοχών και συντάξεως. Η συνδρομή των όρων του παρόντος ελέγχεται υπό του ελεγκτικού οργάνου του Δημοσίου και η επαναχορήγηση της σύνταξης των διαγραφέντων συνταξιούχων γίνεται μετά από σχετική αίτηση. Καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 58 του Ν.Δ. 1854/1951 περί συντάξεων συνταξιούχων δημόσιων υπαλλήλων εάν αυτοί επαναπροσληφθούν σε υπηρεσία, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. Το παρόν διάταγμα ισχύει και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση πρόσληψης ή επαναπρόσληψης κατά παράβαση της απαγόρευσης καταβολής αποδοχών και συντάξεων του ιδίου νομοθετήματος με περιλαμβανόμενο παραδοχικό αίτιο.
|
0 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα υπ’ αριθμ. 750/1970 αφορά το Πειθαρχικό Δίκαιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Το διάταγμα αυτό καθορίζει τα πειθαρχικά αδικήματα, τις ποινές, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, τις διαδικασίες επιβολής ποινών, καθώς και τα ένδικα μέσα κατά των πειθαρχικών αποφάσεων. Σκοπός του είναι η τήρηση της πειθαρχίας στους δημόσιους υπαλλήλους και η εξασφάλιση της ορθής και αμερόληπτης λειτουργίας της διοίκησης.
- Πειθαρχικά αδικήματα θεωρούνται πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων του υπαλλήλου, είτε αυτές τελούνται εντός είτε εκτός υπηρεσίας, εφόσον έχουν αντίκτυπο στην υπηρεσιακή του κατάσταση. Στα παραδείγματα περιλαμβάνονται η απείθεια προς εντολές ανωτέρων, η αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων, η χρησιμοποίηση της υπηρεσίας για ίδιον όφελος, η ανάρμοστη συμπεριφορά, η παράβαση καθήκοντος, η χρήση πλαστών εγγράφων και η συμμετοχή σε απεργία με χαρακτηριστικά παρακώλυσης της υπηρεσίας.
- Οι ποινές διακρίνονται σε κύριες και δευτερεύουσες. Οι κύριες ποινές είναι η επίπληξη, το πρόστιμο έως εκατό ημερών αποδοχών, η στέρηση του δικαιώματος προαγωγής έως τρία έτη, η προσωρινή παύση από δεκαπέντε ημέρες έως τρεις μήνες, η υποβίβαση κατά έναν βαθμό και η απόλυση. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται με απόφαση του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου, η οποία πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Οι πειθαρχικές ποινές επιφέρουν ανάλογες συνέπειες στην υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, όπως π.χ. απώλεια μισθού κατά την προσωρινή παύση ή στέρηση της δυνατότητας εξέλιξης.
- Πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από τα εξής όργανα: τους άμεσους προϊσταμένους για ελαφρές παραβάσεις, τα πειθαρχικά συμβούλια για βαρύτερες περιπτώσεις, το Ανώτατο Συμβούλιο Δημοσίων Υπηρεσιών και το Συμβούλιο της Επικρατείας για ειδικές περιπτώσεις, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα προσφυγής του υπαλλήλου κατά των αποφάσεων αυτών. Το πειθαρχικό συμβούλιο αποτελείται από μέλη με ανώτερο υπηρεσιακό βαθμό και από νομικούς συμβούλους. Η διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου είναι γραπτή και βασίζεται σε έκθεση κατηγορίας. Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα απολογίας και υποστήριξης με στοιχεία και μάρτυρες.
- Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για περιπτώσεις όπου διαπράττονται πειθαρχικά αδικήματα από υπαλλήλους που έχουν απομακρυνθεί από την υπηρεσία ή από αυτούς που έχουν παραιτηθεί προκειμένου να αποφύγουν την πειθαρχική δίωξη. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να συνεχιστεί η δίωξη ή να κινηθεί η διαδικασία αναδρομικά.
- Η παραγραφή των πειθαρχικών αδικημάτων είναι πενταετής, ενώ σε περίπτωση τέλεσης ποινικού αδικήματος η παραγραφή αναστέλλεται. Οι πειθαρχικές αποφάσεις μπορούν να αναθεωρηθούν ή να ακυρωθούν εφόσον προκύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή νομικές πλημμέλειες. Οι αποφάσεις εκτελούνται αμελλητί και οι επιπτώσεις τους αποτυπώνονται στην υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου.
- Επίσης, προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος νομοθετήματος, καθώς και η κατάργηση προηγούμενων διατάξεων που αντιβαίνουν σε αυτό, όπως τα άρθρα 131 και 175 του ν. 1811/1951 και πλήθος άλλων διατάξεων που σχετίζονται με την πειθαρχική ευθύνη δημοσίων υπαλλήλων. Το Διάταγμα τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 21 Δεκεμβρίου 1970.
- Το Διάταγμα ορίζει λεπτομερώς τις διατάξεις για την αναρρωτική άδεια των υπαλλήλων. Η άδεια αυτή χορηγείται μετά από γνωμάτευση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, η οποία εξετάζει τον υπάλληλο και εισηγείται τη χορήγησή της. Οι γνωματεύσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένες και ειδικές, και οι αποφάσεις για την έγκριση ή την απόρριψη της άδειας αναρρωτικής φύσεως βασίζονται σε αυτές. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα παραπομπής σε ανώτερες ή ειδικές υγειονομικές επιτροπές σε περίπτωση αμφισβήτησης.
- Η αναρρωτική άδεια χορηγείται είτε με συνέπεια είτε με διακοπή μέχρι ανώτατο όριο εννέα μηνών, εντός δύο ετών, και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παραταθεί για ακόμη τρεις μήνες με γνωμάτευση του Ανωτάτου Στρατιωτικού Υγειονομικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος συνεχίζει να είναι ασθενής πέραν των ανώτατων χρονικών ορίων, θεωρείται ανίκανος για υπηρεσία και ακολουθείται διαδικασία συνταξιοδότησης ή απομάκρυνσης.
- Το Διάταγμα προβλέπει επίσης τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί ένας υπάλληλος να τεθεί σε κατάσταση «αργίας» για πειθαρχικούς ή ιατρικούς λόγους. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου μετά από εισήγηση του Προέδρου της Κυβέρνησης και περιλαμβάνει τη διακοπή των αποδοχών του υπαλλήλου.
- Όσον αφορά την επανεξέταση υποθέσεων, προβλέπεται η δυνατότητα αναθεώρησης πειθαρχικών αποφάσεων εφόσον προκύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία ή συντρέχουν λόγοι ακυρότητας της απόφασης. Η πειθαρχική ποινή μπορεί να αρθεί ή να τροποποιηθεί από το ίδιο ή ανώτερο όργανο. Ο υπάλληλος μπορεί επίσης να υποβάλει αίτηση για επανεξέταση της υπόθεσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
- Σε ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, προβλέπεται διαδικασία αποχώρησης από την υπηρεσία λόγω ηλικίας ή ανικανότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ΙΚΑ ή του ασφαλιστικού τους ταμείου. Επίσης, ρυθμίζονται θέματα για τη μετάταξη υπαλλήλων από έναν κλάδο σε άλλον, με ειδική διαδικασία και έγκριση από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο.
- Ειδικές διατάξεις ρυθμίζουν θέματα που αφορούν την αλλαγή κλάδου υπαλλήλων, την κάλυψη κενών θέσεων και τη δυνατότητα καταργήσεως ή συγχωνεύσεως κλάδων. Οι μετατάξεις γίνονται είτε με αίτηση του υπαλλήλου είτε με υπηρεσιακή ανάγκη και συνοδεύονται από αξιολόγηση των προσόντων και των τυπικών δικαιολογητικών. Οι μεταβατικές διατάξεις καθορίζουν ότι το παρόν διάταγμα καταργεί ή αντικαθιστά πλήθος προηγούμενων νομοθετικών διατάξεων, όπως άρθρα του Ν. 1811/1951, του Ν. 3200/1955, του Ν.Δ. 2500/1953, του Ν.Δ. 4464/1965 και άλλες πράξεις που ρύθμιζαν πειθαρχικά ζητήματα του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα. Η ισχύς του διατάγματος ξεκινά με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το διάταγμα συνυπογράφεται από τον Αντιβασιλέα Γεώργιο Ζωιτάκη, τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον Αντιπρόεδρο Στυλιανό Παττακό και όλα τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου της κυβέρνησης της 15ης Δεκεμβρίου 1970.
|
0 |
0 |