|
Χωρίς τίτλο
|
|
2 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 4548/1966 θεσπίζει το ενιαίο μισθολόγιο για τους δημοσίους υπαλλήλους, με σκοπό την ενοποίηση και τον εξορθολογισμό των αποδοχών όλων των κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Στόχος του είναι η διασφάλιση της διαφάνειας, της ισονομίας και της σταθερότητας στις αποδοχές των υπαλλήλων. Στο Κεφάλαιο Α’ (Μισθοί και αποδοχές) καθορίζονται οι βασικοί μηνιαίοι μισθοί για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους ανά βαθμό, από τον 2ο έως και τον 13ο. Ενδεικτικά, ο μισθός του 2ου βαθμού ορίζεται σε 8.250 δραχμές, του 3ου βαθμού σε 7.150, του 4ου σε 5.750 και του 13ου βαθμού σε 1.500 δραχμές. Παράλληλα, προσδιορίζονται οι αποδοχές για ειδικές κατηγορίες λειτουργών, όπως αυτοί της Μέσης Εκπαίδευσης, της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων και των Δικαστηρίων, καθώς και για εισαγγελείς και δικαστικούς λειτουργούς. Επίσης, στο ίδιο κεφάλαιο περιλαμβάνεται ειδική αναφορά στους μισθούς και στα επιδόματα αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, της Χωροφυλακής, του Λιμενικού και της Αστυνομίας Πόλεων. Ρυθμίζονται επίσης τα ειδικά επιδόματα (ανθυγιεινό, οικογενειακό, εξομάλυνσης κ.ά.) και οι όροι ενσωμάτωσής τους στο νέο σύστημα. Στο Κεφάλαιο Β’ (Μεταβατικές διατάξεις) ορίζεται ότι η ισχύς των βασικών μισθών του άρθρου 1 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 1966, ενώ για το υπόλοιπο έτος 1966 προβλέπεται μεταβατικός τρόπος υπολογισμού των μισθών. Στο άρθρο 9 περιγράφονται αναλυτικά οι διαδικασίες προσαρμογής των αποδοχών υπαλλήλων που είχαν ενταχθεί σε ειδικά καθεστώτα ή ελάμβαναν πρόσθετες παροχές. Επιπλέον, στα άρθρα 10 έως 12 ρυθμίζονται περιπτώσεις υπαλλήλων που είχαν μεταταχθεί, υπηρετούσαν σε έκτακτες θέσεις ή ανήκαν σε ειδικές κατηγορίες, προβλέποντας τον τρόπο επανένταξής τους στο νέο καθεστώς. Στο Κεφάλαιο Γ’ (Τελικές διατάξεις), που περιλαμβάνει τα άρθρα 17 έως 26, προβλέπεται ότι το Διάταγμα τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δίνεται εξουσιοδότηση για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων για την εφαρμογή του, ενώ παράλληλα προβλέπεται η κατάργηση ή αντικατάσταση παλαιότερων διατάξεων που έρχονται σε αντίθεση με τις νέες ρυθμίσεις. Επιλύονται επίσης εκκρεμή ζητήματα συνταξιοδοτικής αναγνώρισης, υπολογισμού προϋπηρεσίας και μεταχείρισης υπαλλήλων που είχαν ενταχθεί σε καθεστώτα προσωρινότητας ή είχαν ειδικές αποδοχές. Το Νομοθετικό Διάταγμα 4548/1966 αποτελεί μια κορυφαία μεταρρυθμιστική τομή για τη διοικητική διάρθρωση και τη δημοσιονομική πολιτική του ελληνικού κράτους. Με την καθιέρωση ενιαίας βάσης υπολογισμού αποδοχών επέφερε σταθερότητα, θεσμική διαφάνεια και πειθαρχία στον κρατικό προϋπολογισμό. Κατάργησε πλήθος προνομιακών και ασύμμετρων καθεστώτων και εισήγαγε μεταβατικές προβλέψεις για να εξισορροπήσει κοινωνικά τις επιπτώσεις στις ιδιαίτερες κατηγορίες υπαλλήλων. Αποτέλεσε το βασικό θεμέλιο για τον επαγγελματισμό και την ισοτιμία στο δημόσιο υπαλληλικό σώμα της Ελλάδας κατά την ύστερη μεταπολεμική περίοδο.
|
0 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
|
4 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
|
1 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
|
6 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
|
1 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
|
1 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
- Ο Αναγκαστικός Νόμος 599/1968 ρυθμίζει τη διαδικασία για τον κανονισμό των συντάξεων που καταβάλλονται από το Δημόσιο Ταμείο και αφορά πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς. Ορίζει ότι οι σχετικές πράξεις κανονισμού εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών, συγκεκριμένα από τη Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Οι πράξεις αυτές υπογράφονται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας διεύθυνσης και ελέγχονται από δύο διευθυντές, με τελική ευθύνη τον Υπουργό Οικονομικών. Η σύνταξη μπορεί να κανονιστεί μόνο κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου ή των νόμιμων δικαιούχων. Στην περίπτωση που ο δικαιούχος είναι ανήλικος ή ανίκανος, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Η έκδοση της σχετικής πράξης είναι δυνατή μόνο εφόσον έχει κατατεθεί πλήρης φάκελος και εφόσον έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διατάξεις για τη συμπλήρωση των δικαιολογητικών. Αν η υπηρεσία αδυνατεί να κανονίσει τη σύνταξη λόγω έλλειψης στοιχείων, το αίτημα διαβιβάζεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο εκδίδει πράξη με βάση τα στοιχεία που διαθέτει. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκτελούνται με διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών και κοινοποιούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες. Η πράξη κανονισμού σύνταξης διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο για ενημέρωση και υπογράφεται από αυτόν. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα προσφυγής στην Επιτροπή Συντάξεων για την επανεξέταση του κανονισμού. Για την προσφυγή δεν απαιτείται παράβολο. Η Επιτροπή Συντάξεων εξετάζει τις προσφυγές και μπορεί να ανατρέψει, τροποποιήσει ή επικυρώσει τις σχετικές αποφάσεις. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή αρμοδιότητα, η υπόθεση επιστρέφεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Όλες οι πράξεις και οι αποφάσεις κοινοποιούνται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο ελέγχει τη νομιμότητα και μπορεί να αναπέμψει πράξεις για επανεξέταση. Η έκδοση οριστικής απόφασης πραγματοποιείται με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο νόμος καθορίζει επίσης τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων που ασχολούνται με τις συντάξεις, τον τρόπο υποβολής και εξέτασης αιτήσεων και δικαιολογητικών, καθώς και τις συνέπειες μη εμπρόθεσμης υποβολής. Προβλέπει επίσης τη σύσταση Επιτροπών για την επανεξέταση των αιτήσεων και πράξεων, την τήρηση μητρώου και φακέλων, και τον καθορισμό ειδικών διαδικασιών για την περίπτωση στρατιωτικών, ανηλίκων ή συντάξεων λόγω θανάτου. Τέλος, ο νόμος προβλέπει τη διαγραφή παλαιών ανεξόφλητων χρηματικών ενταλμάτων μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, ενώ καταργούνται από την έναρξη ισχύος του οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 10 του Αναγκαστικού Νόμου 2414/1940. Η ισχύς του Αναγκαστικού Νόμου 599/1968 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1969.
|
0 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 186/1969 τροποποιεί και συμπληρώνει τον Νόμο 3239/1955, όπως αυτός είχε ήδη τροποποιηθεί με το Νομοθετικό Διάταγμα 3755/1957, και ρυθμίζει λεπτομερώς τη σύσταση, τη λειτουργία, τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της αναγνώρισης επαγγελματικών οργανώσεων, κυρίως εργατικών, καθώς και τη διαδικασία κήρυξης συλλογικών διαφορών εργασίας. Το Διάταγμα προβλέπει ότι επαγγελματικές οργανώσεις μπορούν να αποτελούνται μόνο από εργαζομένους ή υπαλλήλους και ορίζεται ρητά ότι δεν μπορούν να συμμετέχουν σε αυτές εργοδότες ή νομικά πρόσωπα εργοδοτών. Αναγνωρίζεται ότι η απεργία μπορεί να αποτελεί ένδειξη συλλογικής διαφοράς και περιγράφονται οι νόμιμες προϋποθέσεις άσκησής της, ενώ ταυτόχρονα τίθενται περιορισμοί, ιδίως για εργαζομένους σε τομείς δημόσιας ωφέλειας και για τις περιπτώσεις που απειλείται η δημόσια τάξη ή η ασφάλεια του Κράτους. Προβλέπεται επίσης συγκεκριμένη διαδικασία διαμεσολάβησης και διαιτησίας με τη συμμετοχή του Υπουργείου Εργασίας ή ειδικών Επιτροπών, ώστε να προλαμβάνονται ή να επιλύονται συλλογικές διαφορές. Το Διάταγμα ενισχύει τον έλεγχο επί των επαγγελματικών οργανώσεων από το Κράτος. Προβλέπει ότι δεν αναγνωρίζονται ως αντιπροσωπευτικές οι οργανώσεις εκείνες που δεν πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις αντιπροσωπευτικότητας ως προς τον αριθμό μελών ή ως προς την καταστατική τους συμβατότητα με τη νομοθεσία. Ειδικότερα, για την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας ή για τη συμμετοχή στις διαδικασίες συλλογικής διαφοράς, απαιτείται η ύπαρξη νόμιμης αναγνώρισης της επαγγελματικής ένωσης. Εάν μια οργάνωση δεν έχει αυτή την αναγνώριση, απαγορεύεται να προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Επιπλέον, οι απεργίες που κρίνονται καταχρηστικές ή εκβιαστικές, ιδίως όταν επιδιώκουν πολιτικούς ή αντικρατικούς σκοπούς, αντιμετωπίζονται ως έκνομες. Προβλέπεται διαδικασία εγγραφής επαγγελματικών οργανώσεων στα βιβλία του Πρωτοδικείου και ρυθμίζονται ζητήματα όπως η τήρηση μητρώων, η υποχρέωση υποβολής καταστατικών και η διαδικασία ίδρυσης και λειτουργίας των ενώσεων. Ορίζονται αυστηρά τα κριτήρια αναγνώρισης αντιπροσωπευτικότητας και οι κυρώσεις για παραβάσεις. Σημαντική προσθήκη αποτελεί η δυνατότητα παρέμβασης του Υπουργείου Εργασίας για την αναστολή της λειτουργίας επαγγελματικής οργάνωσης ή για τον διορισμό προσωρινής διοίκησης, σε περίπτωση διατάραξης της δημόσιας τάξης ή υπονόμευσης της οικονομικής ζωής της χώρας. Επιπλέον, επανακαθορίζονται οι διαδικασίες επίλυσης συλλογικών διαφορών εργασίας, η διαμεσολάβηση και η υποχρεωτική διαιτησία, ενώ αυστηροποιούνται οι όροι για την κήρυξη και πραγματοποίηση απεργίας. Το Διάταγμα αυτό εντάσσεται στο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου του εργατικού κινήματος από τη δικτατορική κυβέρνηση και κατατείνει στον περιορισμό των ελευθεριών συνδικαλιστικής δράσης και συλλογικής εκπροσώπησης. Προβλέπει εκτεταμένη κρατική παρέμβαση στη λειτουργία των επαγγελματικών οργανώσεων, ενώ δίνει υπερεξουσίες στο Υπουργείο Εργασίας και στις διορισμένες διοικητικές αρχές για την αναστολή, την τροποποίηση και τη διάλυση των συνδικαλιστικών ενώσεων.
|
0 |
0 |
|
Χωρίς τίτλο
|
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 751/1970 εισάγει εκτεταμένες τροποποιήσεις, συμπληρώσεις και επεκτάσεις διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, επιφέροντας ρυθμίσεις σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τα Υγειονομικά Συμβούλια, τη διοικητική εξέλιξη, τη βαθμολογική κατάσταση και την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων. Αναλυτικότερα, ορίζονται οι Υγειονομικές Επιτροπές (Πρωτοβάθμιες, Δευτεροβάθμιες και η Ανώτατη του Στρατού), οι οποίες έχουν αρμοδιότητα για τη διαπίστωση της υγείας, της ικανότητας ή ανικανότητας των υπαλλήλων για την άσκηση καθηκόντων, την κρίση της αναγκαιότητας μετάθεσης λόγω υγείας ή την παραπομπή για αλλαγή θέσης εργασίας. Οι Επιτροπές αποτελούνται από γιατρούς του ΕΣΥ ή στρατιωτικούς ιατρούς, ανάλογα με την υπηρεσία στην οποία ανήκει ο υπάλληλος. Το Διάταγμα ρυθμίζει λεπτομερώς τις διαδικασίες παραπομπής σε υγειονομική κρίση, τα έγγραφα που απαιτούνται, τα όργανα που αποφαίνονται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται για την έγκριση αναρρωτικών αδειών ή την κρίση ανικανότητας. Ειδικές διατάξεις προβλέπονται για τις περιπτώσεις παραπομπής με πρωτοβουλία της Διοίκησης, για τη δυνατότητα προσφυγής του υπαλλήλου, καθώς και για την αναθεώρηση γνωματεύσεων.
- Το Διάταγμα 751/70 επεκτείνει την ισχύ προηγούμενων διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα σε κατηγορίες υπαλλήλων που έως τότε εξαιρούνταν ρητώς, όπως οι υπάλληλοι ΝΠΔΔ και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, συμπεριλαμβάνει και παραπέμπει σε πληθώρα νομοθετικών πηγών – Ν.Δ. 1811/1951, Ν.Δ. 3200/1955, Ν.Δ. 4464/1965, Ν.Δ. 65/1967, Π.Δ. 376/1957, Ν.Δ. 3594/1965, Ν.Δ. 4272/1962, Ν.Δ. 2500/1953, Π.Δ. 993/1966 κ.ά. – τις οποίες ερμηνεύει, συμπληρώνει ή τροποποιεί, επιδιώκοντας ενοποίηση και ενιαιοποίηση του πλαισίου.
- Το Διάταγμα διαρθρώνεται σε σαφή άρθρα που ρυθμίζουν: τη σύσταση, σύνθεση, λειτουργία και αρμοδιότητες των Υγειονομικών Επιτροπών (άρθρα 1–7), τις διαδικασίες παραπομπής, γνωμάτευσης και προσφυγής (άρθρα 8–10), τη διαδικασία απόφασης επί των υποβαλλόμενων θεμάτων (άρθρα 11–14), τη σχέση με τις αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων ή των οργάνων διοίκησης και τον ρόλο του Υπουργού Προεδρίας (άρθρο 15), καθώς και τις μεταβατικές και τελικές διατάξεις (άρθρα 16–18).
- Σκοπός του Ν.Δ. 751/70 είναι αφενός η ενοποίηση διάσπαρτων νομοθετικών ρυθμίσεων υπό ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο, αφετέρου η παροχή λειτουργικής ευελιξίας στη Διοίκηση, ιδίως σε ζητήματα υγείας, ικανότητας και μετακίνησης υπαλλήλων, με εγγυήσεις αντικειμενικότητας και ιατρικής αξιολόγησης. Το διάταγμα ενισχύει τον κρατικό έλεγχο στις υπηρεσιακές μεταβολές μέσω υγειονομικών γνωματεύσεων και εισάγει αυστηρές διαδικασίες ελέγχου για την αποτροπή καταχρήσεων ή αδιαφάνειας.
- Το Νομοθετικό Διάταγμα 751/1970 αφορά την τροποποίηση συμπλήρωση και επέκταση διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα. Καθορίζει με λεπτομέρεια νέες ρυθμίσεις που σχετίζονται με το πειθαρχικό δίκαιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Το Διάταγμα ρυθμίζει εκ νέου τα πειθαρχικά αδικήματα τις προβλεπόμενες ποινές τις διαδικασίες επιβολής τους τα αρμόδια όργανα την παραγραφή και την αναθεώρηση των ποινών. Ορίζει ειδικά πειθαρχικά συμβούλια που απαρτίζονται από ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους και παρέχει διαδικασίες άσκησης έφεσης ή ενστάσεων έναντι αποφάσεων. Εξειδικεύεται η διαδικασία της απόλυσης με πειθαρχική απόφαση και καθορίζεται ότι σε περιπτώσεις βαρέων πειθαρχικών παραπτωμάτων μπορεί να επιβληθεί άμεση παύση ή απομάκρυνση. Το διάταγμα επίσης εισάγει λεπτομερείς όρους για την υποβολή και έγκριση αναρρωτικών αδειών την σύσταση και λειτουργία υγειονομικών επιτροπών τις διατάξεις περί ανικανότητας και παραπομπής των υπαλλήλων σε επιτροπές για ιατρική εξέταση. Ορίζει με σαφήνεια τη διαδικασία αναγνώρισης της ανικανότητας του υπαλλήλου είτε λόγω ψυχικής είτε λόγω σωματικής ανεπάρκειας και την προώθησή του για συνταξιοδότηση ή απόλυση. Το Διάταγμα ενσωματώνει πρόνοιες για την οργανική κατάσταση και την κατάταξη των υπαλλήλων σε κλάδους ειδικότητες και κατηγορίες και αναθεωρεί τα κριτήρια καταλληλότητας για διάφορες θέσεις. Εισάγει επίσης διαδικασίες διαγωνισμών και εξετάσεων για την κάλυψη κενών θέσεων και καθορίζει τη χρονική διάρκεια ισχύος των πινάκων επιτυχίας και επιλαχόντων. Συμπληρώνει επίσης τα άρθρα περί υπηρεσιακών μεταβολών, μεταθέσεων, αποσπάσεων και μετατάξεων καθορίζοντας τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Καταργεί παλαιότερες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και άλλων νόμων που αντιφάσκουν με τις νέες ρυθμίσεις και θέτει σε ισχύ τις διατάξεις του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Τέλος παρέχει μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή του σε εκκρεμείς διαδικασίες ή πειθαρχικές υποθέσεις διασφαλίζοντας τη συνέχεια της διοικητικής λειτουργίας και της πειθαρχικής εξουσίας επί των υπαλλήλων.
|
0 |
0 |