|
Ρύσιο
|
- Η Αρετσού ή Ρύσιο Μικράς Ασίας, σημερινή Darica ήταν την δεκαετία του 1922 μια κωμόπολη 7000 κατοίκων από τους οποίους μόνο 700 ήταν τούρκοι. Παραθαλάσσια πόλη στην ανατολική πλευρά της Προποντίδας, 40 χλμ περίπου από την Κωνσταντινούπολη, όπως πηγαίνει κανείς προς την Νικομήδεια (σημερινό Izmit). Όπως μαρτυρούν και οι αρχαιότητες της περιοχής η Αρετσού κατοικήθηκε ανελλιπώς από τα αρχαία χρόνια και λόγω της γειτνίασής της με την Κωνσταντινούπολη και λόγω της γεωγραφικής της θέσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της περιοχής. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία και την ναυτιλία αλλά και την γεωργία. Ξακουστά προϊόντα της, «οι Αρεστιανοί τσίροι», αλλά και τα περίφημα κόκκινα σταφύλια «τα τσαούσια» και οι αγκινάρες, τα κεράσια και το κρασί και το λάδι.
- Μετά το άδοξο τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας ολοκληρώθηκε και ο διωγμός του ελληνικού πληθυσμού που εγκαταστάθηκε στη παραλιακή συνοικία Νέα Αρετσού, ΝΑ. της Θεσσαλονίκης. Μέρος των Αρετσιανών εγκαταστάθηκε επίσης στην Νέα Ιωνία Βόλου καθώς και στην νεοϊδρυθείσα κοινότητα Αναβύσσου Αττικής.
|
0 |
3 |
|
Μισόπολη
|
- Ἡ Μισόπολη βρίσκεται κοντά στα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας, 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Προύσας, 78 χιλιόμετρα νότια του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και 95 χιλιόμετρα ανατολικά της Αρτάκης.
- Υπήρξε μία από τις δεκατέσσερις κοινότητες της Μητρόπολης Προύσας, που ο ελληνικός πληθυσμός διώχθηκε στην Ελλάδα με την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923.
|
0 |
1 |
|
Κούταλη
|
- Η Κούταλη (σημερινή ονομασία Εκινλίκ, τουρκικά: Ekinlik Adası) είναι νησί της Προποντίδας, στο σύμπλεγμα των νησιών της θάλασσας του Μαρμαρά βόρεια της Οφιούσης (Αφησιάς)
- Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Κύταλις και την αποίκησαν οι Μιλήσιοι τον 7ο αιώνα π.Χ. Είναι ιδιαίτερα μικρό νησί, με δύο μόλις μίλια μήκος και μισό μίλι περίπου πλάτος.
- Μέχρι το 1922 στο νησί της Κούταλης ζούσαν περίπου 2.000 κάτοικοι, μόνο Έλληνες.(Οι λίγοι τούρκοι είχαν μεταφερθεί στα Ρόδα). Είχαν δικές τους εκκλησίες και σχολεία (αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο). Στο νησί υπήρχαν δυο βυζαντινοί ναοί του 15ου αιώνα: ο Άγιος Νικόλαος και η Κοίμηση της Θεοτόκου. Επίσης, ο ναός της Παναγίας Φανερωμένης ή Ρόδον το Αμάραντον, κτίσμα του 1867. Οι περισσότεροι Κουταλιανοί ήταν ναυτικοί, αλιείς και κυρίως σπογγαλιείς. Ήταν οι βασικοί τροφοδότες αλιευμάτων της Κωνσταντινούπολης ενώ τα σφουγγαράδικα έφερναν τεράστιο πλούτο στο νησί. Αναφέρεται, πως το 1892 τα 30 σπογγαλιευτικά απέφεραν εισόδημα 25.000 λιρών.
|
1 |
1 |
|
Προικονήσι( Προκόννησος ή Προικόνησος)
|
- Η Προκόννησος, γνωστή και ως Προικόνησος, Νήσος του Μαρμαρά ή και Αδελφόνησος, είναι ένα νησί στην Προποντίδα, το οποίο ανήκει στο σύμπλεγμα των Προκοννήσων ή νήσων του Μαρμαρά.
- Πριν την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, στην Προκόννησο κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός περίπου 10.000 ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν συγκεντρωμένοι στον κύριο οικισμό του νησιού, τα Παλάτια. Με την ανταλλαγή, οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Ωρωπού, όπου δημιούργησαν τον οικισμό Νέα Παλάτια.
- Η Προκόννησος (σήμερα στα τουρκικά Marmara Adası) ανήκει στην περιφέρεια του Balıkesir και η οικονομία της βασίζεται στην αλιεία, τη ναυτιλία και την αμπελουργία.
|
0 |
1 |
|
Γανόχωρα
|
- Στην περιοχή του Ιερού Όρους βρίσκονται τα Γανόχωρα, που είναι άθροισμα χωριών και κωμοπόλεων με ελληνικό πληθυσμό πριν το 1922. Οι κάτοικοί τους ήταν ξακουστοί για τη μόρφωσή τους, τη θρησκευτικότητα τους και την εργατικότητά τους. Τα αργιλλοαμμώδη χώματα της περιοχής ευνοούσαν την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή καλού κρασιού. Παράλληλα σε όλη την περιοχή υπήρχε εκτεταμένη κτηνοτροφία, σηροτροφία, κεραμική και αγγειοπλαστική.
- Στα τέλη του 19ου αιώνα τα Γανόχωρα αποτελούσαν ένα σύνολο 21 κωμοπόλεων και χωριών, με συνολικό πληθυσμό 32.000 περίπου εκκηνορθόδοξων κατοίκων, από τα οποία τα πέντε κυριότερα, Γάνος, Χώρα, Μυριόφυτο, Περίσταση και Στέρνα, ήταν ουσιαστικά κωμοπόλεις, με πληθυσμό ο οποίος, πριν από τους διωγμούς του 1914, έφθανε, κατά τα τότε στοιχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τις 4000, 4500, 5000, 5000 και 3000, αντίστοιχα. Αποτελούσαν δύο εκκλησιαστικές επαρχίες, τη Μητρόπολη Γάνου και Χώρας, που περιλάμβανε τις κοινότητες, Γάνου, Χώρας, Αυδημίου, Νεοχωρίου, Μηλιού, Κερασιάς, Ιντζέκιοΐ, Κασταμπόλεως, Σεντουκίου και Παλαμουτίου και την Μητρόπολη Μυριοφύτου και Περιστάσεως, που ιδρύθηκε το έτος 1909 και περιλάμβανε τις Κοινότητες Μυριοφύτου, Περιστάσεως, Ηρακλείτσας, Πλατάνου, Στέρνας, Λούπιδας, Καλαμιτσίου, Καλοδένδρου, Λιμνίσκης και Νεοχωρίου, με τελευταίους Μητροπολίτες τον Τιμόθεο Λαμνή (Λέσβιο την καταγωγή) η πρώτη και τον Σωφρόνιο Σταμούλη (Σηλυβριανό την καταγωγή) η δεύτερη. Ο πληθυσμός των κωμοπόλεων και χωριών αυτών (από τις 32.000 κατοίκους των αρχών του 20ού αιώνα, οι 30.500 ήταν Έλληνες), με ακμαία σχολεία, διαβιούσε σε καλές συνθήκες ως το 1913, όταν άρχισε ο διωγμός των Ελλήνων, που κράτησε ως την κήρυξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου και συνεχίσθηκε σ’ όλη σχεδόν την διάρκειά του. Μετά την κήρυξη του τουρκικού Συντάγματος του 1908, ως Έπαρχοι διορίζονταν Έλληνες.
|
0 |
3 |
|
Τσαντώ
Use for:
Τσεντώ
|
- Η Τσαντώ – Η Τσαντώ ή Τσεντώ (σήμερα Cantakoy) ήταν κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης 15 χλμ περίπου βορειοδυτικά της Συληβρίας και 74 χιλιόμετρα δυτικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Είχε 800 σπίτια και συνολικά 4.000 κατοίκους όλοι Έλληνες. Η κύρια ασχολία των Τσεντιωτών ήταν αμπελουργία, με περίπου 5 εκατομμύρια κλήματα, την παραγωγή της οποίας διέθεταν στις αγορές της Κωνσταντινούπολης. Εξίσου σημαντική ήταν και η κτηνοτροφία με τα περίπου 12.000 πρόβατα που είχαν συνολικά στην κατοχή τους. Διοικητικά η Τσαντώ ανήκε στον καζά Συληβρίας ενώ εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Ηρακλείας και Ραιδεστού. Υπήρχε μία εκκλησία του Αγίου Αθανασίου η οποία είχε κτιστεί το 1830 σύμφωνα με την επιγραφή πάνω από την είσοδό της.
|
0 |
1 |
|
Λούπεδα
|
|
0 |
1 |
|
Μαγαρίσιο
|
|
0 |
1 |
|
Κονιτζέν Νικομήδειας
|
|
0 |
4 |
|
Σμύρνη
(10)
|
|
2 |
86 |