Εμφανίζει 5 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή
Μακεδονικός Αγώνας

Χατζόπουλος Δημήτριος

  • Μέλη Διοίκησης
  • Γέννηση: 1880 Ανάληψη θέσης: 1944-4-26 Αποχώρηση: 1946-5-8 Απεβίωσε: 1969-1-30

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος του Βασιλείου, ήταν καθηγητής μαθηματικών, βιομήχανος και πολιτικός. Υπηρέτησε ως βουλευτής και ως γερουσιαστής. Γεννήθηκε το 1880 στο Δίλοφο του Βοΐου Κοζάνης. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου και κατόπιν στη Σχολή Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Δημήτριος Χατζόπουλος συμμετείχε ως β΄αντιπρόσωπος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης από την πρώτη συνεδρίαση έως τις 8 Μαΐου 1946 και στην έκτη περίοδο επιτροπείας ΛΤΘ από τις 21 Ιουνίου 1944. Στη θέση του τον διαδέχθηκε ο Παρμενίων Στεργίου.

Πεντζίκης Γεώργιος

  • Υπάλληλοι
  • Πρόσληψη ΕΖΘ: 1929-11-22 Απόλυση: 1938-1-18

Ο Γεώργιος Πεντζίκης ήταν Έλληνας ιατρός, μακεδονομάχος οπλαρχηγός από τη Θεσσαλονίκη. Γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα στη Θεσσαλονίκη και ήταν γιατρός. Το 1898 εντάχθηκε στην Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ανδρών Θεσσαλονίκης που αποτελούσε ελληνική πατριωτική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν ήδη από το 1871 ενάντια στην βουλγαρική διείσδυση στη Θεσσαλονίκη.
Το 1905 μετά από συνεννόηση της Φιλοπτώχου με τον Αθανάσιο Σουλιώτη τοποθετήθηκε στο «Εκτελεστικό» της Ελληνικής Οργάνωσης, του οποίου μάλιστα ανέλαβε την αρχηγία καταφέρνοντας να αναδειχτεί σε σημαντικό στέλεχος του Κέντρου Θεσσαλονίκης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Ως υπεύθυνος του εκτελεστικού τμήματος, συνεργάστηκε με τους Αθανάσιο Βόγα, Ιωάννη Εμίρη, Θεόδωρο Ζλατάνο, Αθανάσιο Καλλιδόπουλο, Γεώργιο Διβόλη, Ευάγγελο Δούμα, Αργύριο Ζάχο, Δημήτριο Μαργαρόπουλο κλπ σε επιχειρήσεις εντός της πόλης της Θεσσαλονίκης αλλά και στα πέριξ, κατά βουλγαρικών κυρίως στόχων μέχρι και το 1908 όταν η επανάσταση των Νεότουρκων οδήγησε στη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου κινδύνευσε μια φορά λόγω προσαγωγής του από τις οθωμανικές αρχές για ανάκριση μετά από χτύπημα του κομιτάτου εναντίον βουλγαρικού στόχου, μετά όμως από ενέργειες της οργάνωσης για την αθώωσή του κατάφερε να απαλλαγεί από τις κατηγορίες και να συνεχίσει τη δράση του. Για την προσφορά του ως αρχηγός και συντονιστής του «Εκτελεστικού», ο Πεντζίκης αναγνωρίστηκε ως πράκτορας β' τάξης και παράλληλα του απονεμήθηκε ο Αργυρούς Σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος.

Ο Γεώργιος Πεντζίκης ήταν έγγαμος. Προσλήφθηκε ως ιατρός της στις 22 Νοεμβρίου 1929 με μηνιαίο μισθό 4000 δρχ. στο Τμήμα Ιατρικής Περιθάλψεως ΕΖΘ. Στις 24 Ιουλίου 1935 απολύθηκε με βάση την Δ Συντακτική πράξη άρθρο 5 παράγραφο δ΄. Στις 23 Μαρτίου 1936 ανέλαβε καθήκοντα σύμφωνα με την ΗΔ 353. Στις 18 Ιανουαρίου 1938 θεωρήθηκε απολυθείς.

Δέλλιος Χρήστος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1869 Πρόσληψη: 1925-08-24 Συνταξιοδότηση: 1932-12-31 Θάνατος: 1957

Ο Δέλλιος Χρήστος ή Ζαχαροπλάστης του Κυριάκου ήταν οπλαρχηγός στον Μακεδονικό Αγώνα και πρόκριτος της Γευγελής, γεννημένος στην Βογδάντσα. Γεννήθηκε το 1869 στη Βογδάντσα. Οι πρόγονοί του κατάγονταν από το Κοστουρίνο της Στρώμνιτσας, αλλά κατέφυγαν στη Βογδάντσα λόγω αναταραχών με τους Τούρκους. Ο ίδιος μεγάλωσε και πήγε σχολείο στις Σέρρες (1872-1885) και κατόπιν μετακόμισε στη Γευγελή το 1888. Γρήγορα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους προκρίτους της πόλης. Ασκούσε το επάγγελμα του ζαχαροπλάστη (είχε καφενείο με μπιλιάρδο την κεντρική πλατεία), γεγονός που του έδωσε και το προσωνύμιο "Ζαχαροπλάστης". Με τη σύζυγό του, Μόσχου Μαρία του Αθανασίου απέκτησε τέσσερα παιδιά (Βασίλειος, Αναστασία, Βικτωρία που έζησαν στην Ελλάδα - Θεσσαλονίκη και Κορυφή Ημαθίας, και έναν γιο με το πιθανό όνομα Αντώνιος, του οποίου η τύχη αγνοείται μετά την μετοίκησή του στην Νότιο Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα).
Το 1898 όταν σημειώθηκαν μαζικές δολοφονίες προκρίτων και ιερέων με ελληνική συνείδηση από το Βουλγαρικό κομιτάτο στη Γευγελή και κατ επέκταση γενικότερα λόγω της εντεινόμενης βουλγαρικής δράσης στην περιοχή της Γευγελής, ο Δέλλιος Χρήστος αποφάσισε να ιδρύσει το 1902 τη Φιλόπτωχο Αδελφότητα. Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα της Γευγελής οργανώθηκε στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας και ενώ φαινομενικά εμφανίζονταν στις Οθωμανικές αρχές ως φιλανθρωπικό ίδρυμα, ωστόσο δρούσε κρυφά ως ένοπλος πυρήνας. Στην αδελφότητα μυήθηκαν μερικοί από τους πιο σημαντικούς και ικανούς Γευγελιώτες. Τα αρχικά στελέχη ήταν ο Αρβανίτης Αθανάσιος, ο Τσολάκης Γεώργιος, ο Χατζηζαφειρίου Χαρίσιος και ο Σιωνίδης Βασίλειος. Για να οργανώσει την ένοπλη ομάδα ο Δέλλιος Χρήστος φρόντισε να προμηθευτεί οπλισμό με ιδίους πόρους. Η πολιτοφυλακή αυτή, υπό την ηγεσία του Δέλλιου Χρήστου, έδρασε στην πόλη της Γευγελής και στα περίχωρα της.
Τη δεκαετία του 1920 ο Δέλλιος Χρήστος φαίνεται ότι ζούσε την Θεσσαλονίκη. Τότε, προσλήφθηκε από την ΕΖΘ ως φύλακας στις 27 Αυγούστου 1925 με απόφαση της Επιτροπείας της ΕΖΘ στις 19 Αυγούστου 1925. Την 1η Μαΐου 1926 θα έχει το βαθμό του φύλακα στην υπηρεσία Ασφάλειας της ΕΖΘ. Στη 1 Ιουλίου 1927 είχε τον τίτλο του Φύλακα Α΄. Στις 31 Δεκεμβρίου 1932 συνταξιοδοτήθηκε από την υπηρεσία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του (απεβίωσε το 1957) τα έζησε στην Κορυφή Ημαθίας όπου καλλιεργούσε τα χωράφια που του παραχώρησε το Ελληνικό κράτος (τότε Βασίλειο της Ελλάδος) μετά την παρασημοφόρηση του στις 7 Μαΐου 1938. Το 1970 στο χωριό Κορυφή Ημαθίας στήθηκε προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον καθηγητή Μηνόπουλο Αθανάσιο.

Γούλιος Γεώργιος

  • Υπάλληλοι
  • Πρόσληψη: 1937 Άδεια άνευ αποδοχών: 1942-3-20 Απόλυση: 1944-11-27 Επαναπρόσληψη: 1945-7-14 Απόλυση: 1948-8-16

Ο Γεώργιος Γούλιος γεννήθηκε στην Ιεροπηγή Καστοριάς από οικογένεια η οποία συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα για «την ουσιαστικήν επικράτησιν της ελληνικής πραγματικότητας». Πράγματι, πρόκειται για μια γνωστή οικογένεια χτιστάδων από το χωριό Λαμπάνιτσα, μετέπειτα Άη Δημήτρης, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα, καθώς πολλά μέλη της συμμετείχαν στην ελληνοβουλγαρική σύγκρουση υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και έγιναν γνωστοί ως μακεδονομάχοι. Πιθανότατα ο ιερέας Γεώργιος Γούλιος ο οποίος χειροτονήθηκε από τον Καραβαγγέλη με το όνομα Γερμανός για να επιστρέψει στο χωριό από την Αθήνα και να αφοσιωθεί στην αποστολή της εξουδετέρωσης της επιρροή του ιερέα και του δασκάλου που είχαν στείλει οι Βούλγαροι εκεί, ήταν θείος του, αδελφός του πατέρα του. Μετά από βασανιστήρια, ο ιερέας διέφυγε στην Καστοριά και οι Βούλγαροι ξέσπασαν στην αδελφή του, την οποία σκότωσαν μετά από βασανιστήρια, και τα δύο αδέλφια του στο χωριό Ιεροπηγή, διπλανό από τον Άη Δημήτρη-Λαμπάνιτσα, τα οποία δολοφονήθηκαν σε χαράδρα. Αργότερα ο ιερέας Γερμανός καταδικάστηκε σε εξορία και διέφυγε στην Αφρική, όπου και απεβίωσε. Τη δράση του συνέχισε ο γιος του Σταύρος ο οποίος κατετάγη στον ελληνικό στρατό και παρέμεινε σε αυτόν.
Ο Γεώργιος Γούλιος του ΛΤΘ ήταν πιθανότατα γιος ή εγγονός ενός από τα αδέλφια του ιερέα. Ο ίδιος πάντως, όπως από τις επιστολές του προκύπτει, έδρασε κατά το μεσοπόλεμο στο πλαίσιο εθνικών ελληνικών οργανώσεων και για αυτό «παρκολουθήτο υπό της μυστικής υπαρχούσης και δρώσης βουλγαρικής προπαγάνδας» στην περιφέρεια Καστοριάς-Φλώρινας. Μάλιστα, αναφέρει πως ο ίδιος είχε παρέμβει στη φοιτητική λέσχη του ΑΠΘ αναλύοντας «το διατί ιστορικώς η Μακεδονία είναι Ελληνική». Και τότε απειλήθηκε από έναν άλλον συμπατριώτη του φοιτητή, ενώ το ίδιο έπραξε και ο πατέρας του τελευταίου στις αρχές της Κατοχής.

Προσλήφθηκε από το ΛΤΘ ως ωρομίσθιος εργάτης κατά την περίοδο της εκτέλεσης των μεγάλων λιμενικών έργων. Στη συνέχεια Εργαζόταν ως ζυγιστής. Στις 18 Μαρτίου 1942 ζητάει ετήσια άδεια για να εργαστεί στην Γερμανία. Ο ίδιος στην αίτησή του αναφέρει ότι λόγω των οικονομικών συνθηκών ο μισθός της υπηρεσίας δεν είναι ικανός για του καλύψει ούτε τα προσωπικά μέσα συντήρησης ούτε να ενισχύσει «την πενομένην οικογένειάν» του η οποία διαμένει στη Φλώρινα καθώς δεν έχει κανέναν άλλο προστάτη «προ δε του φάσματος ενός βεβαίου εκ πείνης θανάτου» του οποίου τα συμπτώματα είχε αρχίσει ήδη να αντιλαμβάνεται «εις την προϊούσαν σωματικήν [του] εξάντλησιν» εξαιτίας του υποσιτισμού. Συγκεκριμένα, κατά το τελευταίο τρίμηνο η τροφή του αποτελείται «σχεδόν από κύπελον τέιον και κατά διαστήματα ενός τεμαχίου μπομπότας». Ο μισθός του δεν επαρκούσε ούτε για 7 ημέρες. Επίσης, αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο «οι υπάλληλοι σχεδόν άργουν παραμένοντας εις τους διαδρόμους και κυρίως των της τεχνικής υπηρεσίας». Ο ίδιος μάλιστα είχε αναλάβει από την υπηρεσία να εξυπηρετεί τις «την προσωπικήν ή οικογενειακήν ανάγκην του τότε προϊσταμένου αρχιμηχανικού» Συγκεκριμένα, περιπλανιώταν στα διάφορα χωριά της περιφέρειας με εντολή να αγοράσει τρόφιμα, την ίδια ώρα που ο ίδιος υπέφερε από «αφόρητον πείναν». Επίσης, δεν ήταν δυνατό σε αυτόν να επιστρέψει στο χωριό του γιατί, όπως είχε μάθει, οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει «να προδιαγράφουν, να προδίδουν ή να συκοφαντούν ελληνικάς οικογενείας και άτομα εις τας Ιταλικάς αρχάς κατοχής». Επιπλέον, αναφέρει πως «από χαρακτήρος» δεν μπορούσε να δράσει «κατά τρόπον ανώμαλον», δηλαδή να χαρτοπαίζει ή «κατά μη θεμιτόν τρόπον». Τέλος, ο ίδιος υποστήριζε πως διέτρεχε κίνδυνο από τους πράκτορες των Βουλγάρων οι οποίοι κινούνταν ελεύθεροι στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρεια. Συγκεκριμένα, καταγγέλλει γενικό γραμματέα της βουλγαρικής πολιτικής λέσχης και τον αδελφό γνωστού κομμουνιστή. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να μεταβεί στη Γερμανία για να εργαστεί ως απλός εργάτης ευελπιστώντας ότι θα συντηρήσει τον εαυτό του και θα ενισχύσει την οικογένειά του. Φεύγοντας από την Ελλάδα, όπως ο ίδιος υποστήριζε, θα απέφευγε όλους αυτούς τους κινδύνους, αλλά και θα απέφευγε να βλάψει άλλα άτομα. Η υπηρεσία πράγματι εκτιμώντας «την εξαθλίωσιν της οικονομικής και βιωτικής του καταστάσεως» και λαμβάνοντας τις εξαιρετικές συνθήκες θα χορηγήσει σε αυτόν άδεια άνευ αποδοχών στις 20 Μαρτίου 1942. Ωστόσο, όταν έληξε η άδεια στις 20 Μαρτίου 1943, αυτός δεν επανήλθε στην υπηρεσία του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, μετά από 11 μήνες διαμονής ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια επανόδου στην Ελλάδα, αλλά δεν του χορηγήθηκε. Μετά από 3 μήνες ξαναζήτησε άδεια επανόδου για λόγους υπηρεσιακούς, αλλά η επιθυμία του αυτή χαρακτηρίστηκε σαμποτάζ. Μαζί λοιπόν με 45 άλλους Ρώσους, Ουκρανούς και άλλους Έλληνες μεταφέρθηκαν σε κάτεργα στη Βιέννη και μετά σε ένα στρατόπεδο χιλιάδων ξένων εργατών από Ουγγαρία, Μοραβίαμ Νοϊδορφ. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει, ενώ αργότερα ακολούθησε και ο αποκλεισμός των συνόρων. Απελευθερώθηκε περίπου τον Απρίλιο του 1944, ενώ κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1944. Στις 4 Σεπτεμβρίου κατέθεσε αίτημα επαναπρόσληψης στο ΛΤΘ. Ωστόσο, στις 27 Νοεμβρίου 1944, κατά τη διάρκεια της Εαμοκρατίας, απολύθηκε από το ΛΤΘ με το αιτιολογικό ότι «απέχει αυθαιρέτως και αδικαιολογήτως της εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Στις 12 Ιουλίου 1945, ο Γούλιας κατέθεσε εκ νέου αίτηση επαναπρόσληψης και 2 ημέρες αργότερα, στις 14 Ιουλίου 1945, πράγματι προσλήφθηκε. Στις 16 Αυγούστου 1948, απολύθηκε ξανά λόγω αυθαίρετης και αδικαιολόγητης αποχής από την εργασία του. Αυτή τη φορά δεν είναι γνωστή η αιτία της απουσίας του.

Αθηνέλης Γεώργιος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1889 Πρόσληψη: 1930-2-20 Απόλυση: 1935

Ο Γεώργιος Αθηνέλης του Αναστασίου γεννήθηκε το 1889 στις Κυδωνίες Μικράς Ασίας. Ήρθε στην Ελλάδα το 1907 με πλαστό διαβατήριο και συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 προσλήφθηκε με το βαθμό του Εισηγητή. Ανήκε στους 16 έμπιστους της νέας διοίκησης του Λιμενικού Ταμείου Θεσσαλονίκης (ΛΤΘ) οι οποίοι αντικατέστησαν τους 16 που δεν προσλήφθηκαν από την Γαλλοελληνική Εταιρία Εκμετάλλευσης Λιμένος Θεσσαλονίκης. Ανέλαβε αμέσως Προϊστάμενος Γραμματείας. Ο Αθηνέλης ασχολήθηκε με τη συνδικαλιστική δράση και διετέλεσε Γραμματέας του Συνδέσμου Υπαλλήλων ΛΤΘ. Aπολύθηκε το 1935 μετά το βενιζελικό πραξικόπημα ως φιλοβενιζελικός, αλλά επαναπροσλήφθηκε το 1936.