Showing 5680 results

Authority record

Κοσμίδης Κλέων

  • Μέλη Διοίκησης
  • Ανάληψη θέσης: 1934-11-7 Παραίτηση: 1957-1-11

Ο Κλέων Κοσμίδης (1896 - 16 Μαΐου 1974) ήταν Έλληνας έμπορος, δημοτικός σύμβουλος, βουλευτής, μέλος της Επιτροπείας ΛΤΘ και του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΖΛΘ. Την περίοδο 1950-1965 διετέλεσε πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, στις εκλογές του 1952 εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με τον Ελληνικό Συναγερμό. Πέθανε στις 16 Μαΐου 1974. Στις δημοτικές εκλογές του 1934 συμμετείχε στο ψηφοδέλτιο του Νικολάου Μάνου που στηριζόταν από το Λαϊκό Κόμμα. (Πρακτικά ΛΤΘ, 138η Συνεδρίαση, 20/11/1934). Το 1934 εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος και με αυτήν την ιδιότητα ανέλαβε εκπρόσωπος του δήμου στην τέταρτη περίοδο Επιτροπείας ΕΖΘ από τις 7 Νοεμβρίου 1934 και στην δεύτερη περίοδο επιτροπείας ΛΤΘ στις 20 Νοεμβρίου 1934. Ο Κοσμίδης Κλέων συμμετείχε στην τρίτη περίοδο του διοικητικού συμβουλίου της ΕΖΛΘ στις 20 Ιουλίου 1956, ως διάδοχος στη θέση του εκπροσώπου του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Αντωνιάδη Σταύρου. Ο Κλέων Κοσμίδης συμμετέχει επίσημα στην τέταρτη περίοδο ως εκπρόσωπος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, πιθανόν επειδή δυσαρεστήθηκε για τις διαδικασίες των αρχαιρεσιών ελπίζοντας ότι θα εκλεγεί πρόεδρος, όπως διαφαίνεται από τα λόγια του Κωνσταντίνου Μπακατσέλου, θα παραιτηθεί. Επίσημα, παύει να είμαι μέλος στις 25 Ιανουαρίου 1957 και η τελευταία συνεδρίαση που επίσημα θεωρούταν μέλος είναι της 11ης Ιανουαρίου 1957. Τη θέση του θα καταλάβει ο Βασίλειος Πετρίδης.

Γρηγοριάδης Σταύρος

  • Μέλη Διοίκησης
  • Ανάληψη θέσης: 1923-3-1 Αποχώρηση: 1953-5-8 Απεβίωσε: 1956-5

Ο Σταύρος Γρηγοριάδης ήταν διαπρεπής έμπορος και αντιπρόσωπος βιομηχανικών ειδών στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Ο πατέρας του Γεώργιος Γρηγοριάδης ξεκίνησε το εμπόριο. Το 1920 δημιούργησαν την επιχείρησή τους οι γιοί του Σταύρος, Γρηγόριος, Ιωάννης και Μιχαήλ. Οι αδελφοί Γρηγοριάδη ήταν αποκλειστικοί αντιπρόσωποι της εταιρίας Rushton Horsby και των ορυκτελαίων Γουέλς. Επίσης, ήταν αντιπρόσωποι της Αγγλικής Πανσφαλιστικής Εταιρίας "The Employers" Liability Assurance Corporated Limited. Το 1911 διαφημίζονται ως αντιπρόσωποι των "μεγάλων αγγλικών εργοστασίων" και το 1938 προβάλλουν τα "Αμερικανικά χημικά Λιπάσματα". Το κατάστημα της επιχείρησης στεγαζόταν στην οδό Κατούνη.
Στις 27 Οκτωβρίου 1916 ήταν ανάμεσα στους δεκατρείς επιφανείς εμπόρους της Θεσσαλονίκης που ίδρυσαν τον Εμπορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Από το 1922 έως το 1941 έχει διατελέσει πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.Συγκεκριμένα, υπήρξε μέλος του ΕΒΕΘ από το 1924 έως το 1928 και από το 1946 έως το 1953, πρόεδρος του ΕΒΕΘ από το 1945 έως το 1946. Στις εκλογές του 1920, ήταν υποψήφιος στη λίστα του Κόμματος των Φιλελευθέρων στο Νομό Θεσσαλονίκης. Το 1922 διετέλεσε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου. Από την 1 Μαρτίου 1923 έως τις 9 Μαΐου 1950 διετέλεσε μέλος της Επιτροπείας της ΕΖΘ και του ΛΤΘ και πρόεδρος της Επιτροπείας της ΕΖΘ από 1923-3-1 έως 1935-4-8 και από 1938-4-15 έως 1950-5-9. Ακόμη υπήρξε Σύμβουλος στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, έχει διατελέσει μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής της ΔΕΘ. Συγκεκριμένα στις 25/5/1925, συμμετείχε στη συνάντηση των παραγόντων της πόλης στο γραφείο του Διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας Δ. Βαρλαμίδη που αποφάσισε την ίδρυση της Έκθεσης. Ακόμη το 1931 ως πρόεδρος της ΕΖΘ και του Εμπορικού Συλλόγου στάθηκε στο πλευρό των Ισραηλιτών κατοίκων της πόλης που έπεσαν θύμα της αντιεβραϊκής προπαγάνδας. Μάλιστα, ως αντίδραση συμμετείχε στην ιδρυτική επιτροπή και μέλος του Συνδέσμου Αλληλεγγύης Χριστιανών και Ισραηλιτών Η Ομόνοια. Τέλος, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών στις 29 Απριλίου1939.
Ο Σταύρος Γρηγοριάδης για 23 χρόνια βρισκόταν στο τιμόνι της Ελευθέρας Ζώνης και έχει ταυτιστεί με την ίδρυση και της λειτουργία της όσο κανένα άλλο πρόσωπο. Ήταν έμπορος και διετέλεσε διαχρονικός παράγων οργανισμών, σωματείων και ιδρυμάτων της πόλης. Εκπροσωπώντας τον Εμπορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης συμμετείχε ενεργά στη διοίκηση, τη διαχείριση, την ανάπτυξη και τη λειτουργία του λιμανιού. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1920 στάλθηκε ως εκπρόσωπος από τον Εμπορικό Σύλλογο στη Σερβία μαζί με τον Αλέξανδρο Κράλλη από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης συνοδεύοντας τον Γεώργιο Κοφινά, εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών. Εκεί, συνομίλησαν με το Επιμελητήριο Βελιγραδίου και την κυβέρνηση της Σερβίας καταλήγοντας σε μια σειρά απαραίτητων μέτρων για την ανάπτυξη του εμπορίου τα οποία υπήρξαν το προοίμιο της συμφωνίας για την ίδρυση της Σερβικής Ελευθέρας Ζώνης.

Την Δευτέρα 23 Απριλίου 1923, στις 7 το απόγευμα συνήλθε στο Διοικητήριο ύστερα από πρόσκληση του Γενικού Διοικητή της Θεσσαλονίκης η Επιτροπεία της Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης με βάση το νόμο 390/17.11.1914 και το ΒΔ της 15/2/1923. Η Επιτροπεία εξέλεξε πρώτο πρόεδρο του οργανισμού τον Σταύρο Γρηγοριάδη. Στις 12 Μαΐου 1926, με έγγραφο του Εμπορικού Συλλόγου ανανεώνεται η θητεία του Στ. Γρηγοριάδου ως αντιπροσώπου του Συλλόγου στην Επιτροπεία ΕΖΘ για την τριετία 1926-1929. Ο Σταύρος Γρηγοριάδης θα επανεκλεγεί πρόεδρος της Επιτροπείας λαμβάνοντας 6 ψήφους. Ο Γρηγοριάδης ευχαριστεί τα μέλη για την επανεκλογή.

Η ΕΖΘ άρχισε να λειτουργεί από τις 19 Οκτωβρίου 1925. Στις 18 Οκτωβρίου 1925 στις 10:30 το πρωί έγιναν τα εγκαίνια της λειτουργίας της ΕΖΘ στα γραφεία της ΕΖΘ «μετά πάσης επισημότητος». Ο πρόεδρος της Επιτροπείας Σταύρος Γρηγοριάδης μαζί με τα μέλη της Επιτροπείας και τον διευθυντή υποδέχονταν τους επισήμους ενώ η μουσική της φρουράς έπαιζε διάφορα εμβατήρια. Μετά τον αγιασμό εκφώνησε λόγο. Τονίζοντας το μεγάλο και σημαντικό έργο της ΕΖΘ ανέφερε το ιστορικό της ίδρυσης. Συνδέει το έργο με «μια αληθινή παλιγγενεσία» που συντελείται στην Μακεδονία, ενώ διαβεβαιώνει πως σύντομα ο λιμένας θα φέρει αύξηση του εμπορίου. Χαρακτηρίζει την Θεσσαλονίκη Εμπορική Πύλη των Βαλκανίων και μέρους της Κεντρο-Ανατολικής Ευρώπης. Ευχαρίστησε τον διευθυντή Βάλσαμο και τόνισε πως το μοντέλο της ΕΖΘ ακολουθεί εκείνο της Τεργέστης και του Αμβούργου. Ολοκληρώνοντας την ομιλία του κηρύσσει τη λειτουργία της Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε η ομιλία του υπουργού Οικονομικών Γ. Κοφινά, ο οποίος είχε και την ιδέα της ίδρυσης μιας Ελληνικής Ελευθέρας Ζώνης. Κατά την τρίτη περίοδο της Επιτροπείας ο Διευθυντής των Τελωνείων Βασίλειος Γεωργακόπουλος εκλέχθηκε πρόεδρος της Επιτροπείας στις 17 Απριλίου 1929. Μετά το θάνατό του όμως στις 2 Φεβρουαρίου 1931 θα διεξαχθούν νέες αρχαιρεσίες και ο Σταύρος Γρηγοριάδης θα επανεκλέγει. Στις 27 Ιανουαρίου 1930, θα ιδρυθεί το Λιμενικό ταμείο Θεσσαλονίκης. Ο Σταύρος Γρηγοριάδης θα συμμετέχει αδιαλείπτως στην Επιτροπεία του, ενώ θα προεδρεύσει κατά καιρούς συνήθως σε αρχαιρεσίες .

Κατά την πέμπτη περίοδος της Επιτροπείας ΕΖΘ, στις 8 Απριλίου 1935, υπάρχουν σημαντικές αλλαγές καθώς άλλαξε το σύνολο σχεδόν των μελών της, ενώ από τις αρχαιρεσίες θα προκύψει μια εντελώς νέα διοίκηση. Ο Σταύρος Γρηγοριάδης αντιλαμβάνεται ότι οι νέοι συσχετισμοί είναι αρνητικοί και προβαίνει σε ένα απολογιστικό λόγο. Ο γενικός γραμματέας της Διοίκησης Μακεδονίας Δημήτριος Ηλιάδης θα ασκήσει κριτική στα πεπραγμένα του Γρηγοριάδη, αλλά ο Γρηγοριάδης αρνήθηκε να συνεχίσει την αντιπαράθεση. Πάντως, διαφαίνεται πως η πίεση για αλλαγή προσώπων αντανακλά την ευρύτερη απογοήτευση του εμπορικού κόσμου προς τη διοίκηση Γρηγοριάδη. Αυτή η τάση συνδέεται και με το γενικότερο κλίμα στροφής προς την αντιβενιζελική παράταξη. Πράγματι, στις αρχαιρεσίες που έλαβαν χώρα νέος πρόεδρος εκλέχθηκε ο επιχειρηματίας έμπορος και βιομήχανος Αλέξανδρος Κράλλης, εκπρόσωπος του Εμπορικού και Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης.

Ωστόσο, κατά την Έκτη περίοδος Επιτροπείας ΕΖΘ, στις 15 Απριλίου 1938 ο Σταύρος Γρηγοριάδης επανεκλέχθηκε πρόεδρος της Επιτροπείας της ΕΖΘ. Στις 5 Μαΐου 1941 συνεδριάζει η επιτροπεία της ΕΖΘ για τις αρχαιρεσίες της έβδομης περιόδου της Επιτροπείας οι οποίες δεν θα διεξαχθούν καθώς η Επιτροπεία έλαβε παράταση 7 μηνών. Προεδρεύει ο Κωνσταντίνος Σαράτσης και ενημερώνει πως ο «πρόεδρος της Επιτροπείας κ. Γρηγοριάδης κρατιέται ως γνωστόν από τας Γερμανικάς Αρχάς και έυχεται όπως μη υπάρχη τίποτε εναντίον του και αφεθεί το ταχύτερον ελεύθερος». Σύντομα, όμως θα αφεθεί ελεύθερος, αλλά οι Γερμανοί θα καταλάβουν το λιμάνι και η διοίκηση θα συνεδριάζει στο Κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδας. Στις 3 Μαΐου 1944 ο Σταύρος Γρηγοριάδης επανεκλέγεται πρόεδρος κατά την Όγδοη Περίοδο Επιτροπείας με 12 ψήφους. Στις 20 Νοεμβρίου 1944 θα είναι η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπείας μετά την απελευθέρωση της πόλης. Ο Γρηγοριάδης θα αναφερθεί στις "σκληράς ημέρας τας οποίας πέρασε το έθνος μας κατά την περίοδον της κατοχής". Στη συνέχεια αναφέρεται στις ζημιές της Ζώνης και εύχεται "για την ταχείαν ανόρθωσιν του ελληνικού έθνους και την δικαίωσιν των εθνικών διεκδικήσεων". Θα αναλάβει ακόμη μία θητεία στις 16 Απριλίου 1947 κατά την ένατη περίοδο της Επιτροπείας. Συγκεκριμένα ήταν ο μοναδικός υποψήφιος και βρέθηκαν 11 ψηφοδέλτια υπέρ του. Ο Γρηγοριάδης ευχαριστεί την επιτροπεία για την ανανέωση της εμπιστοσύνης της προς αυτόν και υπόσχεται να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις «προς τελέσφορον επίλυσιν των απασχολούντων την ζώνην προβλημάτων και την ευόδωσιν του Εθνικού σκοπού ον επιδιώκη αύτη». Συνεχίζοντας λέει πως «δεν απορκύπτη τας δυσκολίας μεθ ων ήρξατο η επαναλειτουργία της Ζώνης εστερημένης αποθηκών, κρηπιδωμάτων και οδών, εν μέσω ερειπίων και με μειωμένην την κίνησιν του λιμένος». Ο ίδιος «έχει όμως την πεποίθησιν ότι λαμβανομένων των ενδεικνυομένων μέτρων δια την προσαρμογήν του οργανισμού εις τας νέας συνθήκας άτινας εδημιούργησεν η μεταπολεμική οικονομία, η Ελευθέρα Ζώνη θα γνωρίση και νέαν περίοδον ακμής και προόδου». Μάλιστα τονίζει πως «την πεποίθησιν την στηρίζει κυρίως τόσον εις την αρμονικήν συνεργασίαν των μελών της Επιτροπείας όσον και εις την μέριμναν του Υπουργού Γενικού Διοικητού Βορείου Ελλάδος και της Κυβερνήσεως». Τέλος, βασίζεται ακόμη «δια την επιτυχή διεξαγωγήν του έργου της συνεργασίας της Διευθύνσεως και του λοιπού προσωπικού της Ζώνης ούτινος η εργατικότης και η προς το καθήκον προσήλωσις συντέλεσαν τα μέγιστα εις την ανάδειξιν του Οργανισμού». Κατά τις αρχαιρεσίες στη δέκατη περίοδο της Επιτροπείας στις 9 Μαΐου 1950, θα θέσει υποψηφιότητα ο εκπρόσωπος του Εμπορικού και Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Μπακατσέλος και θα λάβει 8 ψήφους, ενώ ο Σταύρος Γρηγοριάδης θα λάβει 7. Ωστόσο, λόγω μη συμπλήρωσης απόλυτης πλειοψηφίας των 3/4 η διαδικασία επαναλαμβάνεται αφού διακόπτεται λίγη ώρα. Μετά την επανέναρξη της συνεδρίασης ο Κωνσταντίνος Μπακατσέλος κηρύσσεται νέος πρόεδρος της Επιτροπείας μετά από μακρά θήτευση του Σταύρου Γρηγοριάδη. Ο απερχόμενος πρόεδρος εκφράζει προς το νέο πρόεδρο τα θερμά του ευχαριστήρια και υπόσχεται "ότι μετά πολλής προθυμίας θέλει παράσχη αυτώ την αντίληψίν του και την συνεργασία του οσαύτως ο κ. πρόεδρος ήθελε θεωρήση ταύτην χρήσιμον καθ' όσον το ενδιαφέρον του δια τον οργανισμό θέλει παραμείνη αμείωτον και εις το μέλλον."

Στην τελευταία συνεδρίαση της ένατης περιόδου της Επιτροπείας ο Γρηγοριάδης θα κλείσει αποτιμώντας την τριετία και όλη του τη διαδρομή:
"Η σημερινή συνεδρίασις είναι η τελευταία της ληγούσης την 5η Απριλίου τριετούς θητεία της Επιτροπείας. Επί τη ευκαιρία ταύτη αισθάνομαι την υποχρέωσιν να εκφράσω αγαπητοί συνάδελφοι προς άπαντα υμάς τας ευγνώμονας ευχαριστίας μου δια την εμπιστοσύνη και την πολύτιμον συνδρομήν την οποίαν μοι παρέσχατε καθ' όλον το διάστημα της τριετίας εν τη ενασκήσει των προεδρικών μου καθηόντων. κατά την τριετίαν αυτήν η Επιτροπεία είχε ν' αντιμετωπίση μεγάλα προβλήματα έχοντα σχέσιν με την βαθμιαίαν και δια των πόρων του οργανισμού, άνευ άλλης ενισχύσεως, ανόρθωσιν των επελθουσών εκ πολεμικών ενεργειών σοβαρωτάτων καταστροφών εις τας εγκαταστάσεις αυτού.
Εις το σημείον τούτο δυνάμεθα με πλήρη ικανοποίησιν να είπωμεν ότι αι ληφθήσαι υπό της Επιτροπείας αποφάσεις και αι καταβληθέίσαι υπό της αρμοδίας υπηρεσίας προσπάθειαι στέφθησαν υπό επιτυχία και η Ζώνη σήμερον διαθέτει επαρκή αν όχι άφθονα μέσα δια την εξυπηρέτησιν εμπορικής κινήσεως του λιμένος ημών. Εξ' άλλου η Επιτροπεία είχε ν' αποκαταστήση τον ρυθμόν και την ομαλότητα εν τη λειτουργία του οργανισμού, ομαλότητα ήτις προσέκοπτε εις την έλλειψιν του απαραιτήτου εις τας υπηρεσίας προσωπικού λόγω της τηρηθείσης καθ' όλην σχεδόν την τριετίαν αυστηράς απαγορεύσεως της πληρώσεως των κενών οργανικών θέσεων. Υπεχρεώθη ένεκα τούτου να προβαίνη εις την πρόσληψιν έκτακτου προσωπικού τη εγκρίσει και τότε της προϊσταμένης αρχής, μετά μεγάλης δε φειδούς αποβλέπουσα εις την κατά το ενόν πλήρωσιντων ε[πειγουσών αναγκών της υπηρεσίας. Η Επιτροπεία αποχωρούσα ήδη της διοικήσεως καταλείπει εις την διάδοχον αυτής το βαρύ έργον της τακτοποιήσεως του εκτάκτου τούτου προσωπικού και την πλήρωσιν εν τω πλαισίω του Νόμου των κενών οργανικών θέσεων. Οφείλω να κάμω εύφημον μνείαν και να εκφράσω ευχαριστίας και προς τον Διευθυντήν της Ζώνης ούτινος άοκνοι υπήρξαν κατά την λήξαν τριετίαν αι προσπάθειεαι και η αφοσίωσις εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του, εν τω πρόσώπω του δε να ευχαριστήσω επίσης το λοιπόν ανώτερος και κατώτερον προσωπικόν της Ζώνης δια την ευσυνείδητον εύορκον εκτέλεσιν του καθήκοντός του, ήτις συνέβαλε μεγάλως εις την διατήρησιν της καλής φήμης και του κύρους του Οργανισμού. Εύχομαι ολοψύχως όπως η μέλλουσα να διαδεχθή ημάς Διοίκησις της Ζώνης συνεχίζουσα την ημετέραν προσπάθειαν και ενισχυομένη δεόντως υπό του Κράτους ετυχίση να ίδη επί των ημερών αυτής την Ελευθέραν Ζώνην προοδεύσουσαν και δια της αξιοποιήσεως των εκτελουμένων υπό του αδελφού Οργανισμού λιμενικών Έργων αποκτήση την ικανότητα της εκπληρώσεως της μεγάλης αποστολής της εν τη Νοτιοανατολική Λεκάνη της Μεσογείου. Ο πολιτικός ορίζων επιτρέπη μίαν λελογισμένην αισιοδοξίαν. Με τα ολίγα αυτά σας ευχαριστώ και πάλι αγαπητοί Συνάδελφλοι και σας παρακαλώ να δεχθήτε τας καλλιτέρας μου ευχάς δια τα επερχόμενας αγίας εορτάς".

Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος Καρδασιάδης προτείνει να ανακηρυχθεί ο Σταύρος Γρηγοριάδης ισόβιος επίτιμος πρόεδρος της Επιτροπείας ΕΖΘ για τις πολύτιμες υπηρεσίες του και να τοποθετηθεί η εικόνα του στην αίθουσα της Διεύθυνσης. Η Επιτροπεία κηρύσσει παμψηφεί την πρότασή του. Ο Γρηγοριάδης σηκώνεται και λαμβάνοντας τον λόγο εκφράζει τη βαθειά του συγκίνηση και τις ένθερμες ευχαριστίες του για την εξαιρετική τιμή που του έγινε και λέγει ότι «η επί 25ετία όλην ενεργός ανάμιξις του εις τα της Διοικήσεως του οργανισμού οφείλετο πρωτίστως εις την από της αρχής της ιδρύσεως τούτου κατανόησιν υπ' αυτού της υψίστης εθνικής σημασίας την οποίαν είχε ούτος δια την Ελλάδα και της επιτακτικής υποχρεώσεως όπως συντελέση δι' όλων των δυνάμεων του εις την πληρεστέραν επιτυχίαν της αποστολής του Οργανισμού αποτελούντος Εθνικόν προπύργιον δια την πατρίδα ημών και δικαιουμένου δια τούτο της αγάπης, στοργής και αφοσιώσεως των διεπόντων τας τύχας αυτού». Σε επόμενη συνεδρίαση όμως, στις 24 Μαΐου 1950, ο Γρηγοριάδης θα αποστείλει επιστολή στην οποία θα δηλώσει πως δεν αποδέχεται τον τίτλο του ισόβιου επίτιμου προέδρου της Επιτροπείας ΕΖΘ.

Στο τέλος της δέκατης περιόδου, τις 8 Μαΐου 1953 ο πρόεδρος της Επιτροπείας ΕΖΘ Κωνσταντίνος Μπακατσέλος ανακοινώνει πως «ο σεβαστός κ. Γρηγοριάδης διατελέσας πρόεδρος της Επιτροπείας ΕΖΘ από της ιδρύσεώς της μέχρι του 1950 και ήδη μέλος αυτής κατά την λήξασαν θητείαν της κατόπιν εκφρασθείσης επιθυμίας του δεν επανεξελέγη υπό του Εμπορικού Συλλόγου τον οποίο παρά την Επιτροπεία αντιπροσωπεύει». Στη συνέχεια αναφέρει: "Ο κ. Γρηγοριάδης του οποίου η δράσις είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Ζώνης από της ιδρύσεώς της, μέγα μέρος της ζωής του ηνάλωσεν εργαζόμενος δια την επιτυχίαν του θεσμού της Ελευθέρας Ζώνης. Υπήρξεν ο ακαταπόνητος εργάτης της και ο ακοίμητος φρουρός της. Αποχωρεί σήμερον της Επιτροπείας με το αίσθημα της ικανοποιήσεως ότι οι κόποι του στέφθησαν υπό επιτυχίας. Εμείς δε πάντοτε θα ευθυμούμεθα τον κ. Γρηγοριάδην και θα προστρέχωμεν εις τας συμβουλάς του. Από της θέσεως αυτής είμαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τον κ. Γρηγοριάδην και θα προστρέχωμεν εις τας συμβουλάς του. Από της θέσεως αυής είμαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τον κ. Γρηγοριάδην δι' όσο υπέρ του θεσμού της ΕΖΘ έπραξεν και προτείνω όπως τιμής ένεκεν δοθή εις αυτόν το δικαίωμα να μετέχη των Συνεδριάσεων της Επιτροπείας άνευ ψήφου ως επίτιμος Πρόεδρος αυτής παρέχων τας πολυτίμους συμβουλάς του οσάκις παρίσταται ανάγκη».
Ο Γρηγοριάδης απάντησε πως «συγκεκινημένος ήκουσεν όσα υπέρ αυτού ο κ. Πρόεδρος είπεν. Την οριστικήν και ανέκλητον απόφασίν του όμως μη θέση υποψηφιότητα κατά την αρχομένην θητείαν της Επιτροπείας, κατέστησε γνωστή εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Εμπορικού Συλλόγου το οποίον συν τη εκδηλώσει της ειλικρινούς λύπης του δια την απόφασιν ταύτην έπσεπυσε δια θερμών λόγων να αναγνωρίση τας πολυτίμους υπηρεσ΄θας τας οποίας ούτος δια της συμμετοχής του εις την Διοίκησιν της Ζώνης προσέφερε εις αυτήν από της ιδρύσεώς της μέχρι σήμερον και να εκφράση προς αυτόν τας ευγνωμόνας ευχαριστίας του δια την τιμήν την οποίαν προσεπόρισεν εις τον Σύλλογον εκλεγόμενος κατ' επανάληψιν υπό της Επιτροπείας εις το αξίωμα του Προέδρου. Ο κ. Σταύρος Αντωνιάδης τον οποίον ανέδειξεν η ψήφος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπορικού Συλλόγου διάδοχόν του κατά τη Επιτροπεία της Ζώνης διακρίνοντας δια το ήθος, την μόρφωσιν και ενδιαφέρον του υπέρ του θεσμού τη Ζώνης. Η εκλογή του υπήρξεν τα μάλιστα επιτυχής και ότι ο κ. Αντωνιάδης είναι γνωστός εκ της δράσεώς του εις οργανώσεις κοινωνικούς και φιλανθρωπικούς περιεχομένου εις την διοίκησιν των οποίων επανεκλέγεται τακτικώς. Επιτυχής επίσης υπήρξεν και η εκλογή του κ. Μπακατσέλου υπό του Εμπορικού Επιμελητηρίου λόγω της κτηθείσης υπ' αυτού πείρα κατά την τριετή περίοδον της προεδρία του. Αλλά και των λοιπών συναδέλφων η επανεκλογή υπήρξεν ωσαύτως επιτυχής. Αποχωριζόμενος ήδη μετά βαθεία συγκινήσεως του προσφιλούς μοι οργανισμού της Ελευθέρας Ζώνης υπέρ της προαγωγής του οποίου ηνάλωσα εν σημαντικόν μέρος της ζωής και της δραστηριότητός μου αισθάνομαι την υποχρέωσιν να εκφράσω τας θερμότατας ευχαριστίας μου προς τους εν διοικήσει αυτού εκλεκτούς εκπροσώπους των αρμοδίων Δημοσίων Υπηρεσιών δια την εκδηλωθείσαν παρ' αυτών ευμενήν τίμησιν προς το πρόσωπόν μου και την συμπαράστασιν της κατά περιόδους ασκήσεως υπ' εμού των καθηκόντων του Πρέδρου της Επιτροπείας προς τούτοις να ευχαριστήσω και τα λοιπά αξιότιμα μέλη αυτής και ιδιαιτέρως τον κ. Πρόεδρον δια την απονεμηθείσαν εις εμέ εξαιρετικήν τιμήν αναρτήσεως της εικόνας μου εις την Προεδρικήν αίθουσαν της Ζώνης. Η απόφασις αυτή με συνέδεσε ψυχικώς αρρήκτως μετά του Οργανισμού το υπέρ του οποίου ενδιαφέρον μου και μακράν ευρισκόμενον θα παραμείνη αμείωτον εφ' όρου ζωής. Επιθυμώ επίσης να ευχαριστήσω το προσωπικό της Ζώνης ανώτερον και κατώτερον δια την πολύτιμον συνδρομή την οποίαν μοι παρείχε κατά την πολυετή ενάσκησιν παρ' εμού των προεδρικών καθηκόντων και να διαβεβαιώσω ότι θέλω διατηρήση συμπαθή ανάμνησιν της συμβολής και των υπηρεσιών του. Αγαπητοί Συνάδελφοι σφίγγω μετά θέρμης και συγκινήσεως την χείρα εκάστου εξ ημών και εκφράζω μιαν έτι φοράν την ακλόνητον πίστην μου όταν θεία ευδοκία ο κόσμος μαίαν ημέραν γαληνεύση και παγιωθή η Διεθνής Ειρήνη η Ελευθέρα Ζώνη θα κληθή να εκτελέση την μεγάλην εθνικοοικονομικήν αποστολήν της και ο λιμήν της αγαπητής μας Θεσσαλονίκης κατέχων την εξόχως προνομιούχον γεωγραφικήν θέσιν εις την Ανατολικήν λεκάνη της Μεσογείου θα ίδη ημέρα δόξης και μεγαλείου».

Μουρίκης Γεώργιος

  • Μέλη Διοίκησης
  • Ανάληψη Θέσης: 1929-4-17 Αποχώρηση: 1932-4-20

Ο Γεώργιος Μουρίκης ήταν δικηγόρος, μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης και Εκπρόσωπος του Δήμου Θεσσαλονίκης στην Επιτροπεία ΕΖΘ και ΛΤΘ. Τον Οκτώβριο του 1925 συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης με το ψηφοδέλτιο του Μηνά Πατρικίου ο οποίος είχε την στήριξη από το Εργατικό Κέντρο, το ΚΚΕ, το προσφυγικό στοιχείο της πόλης και μερίδα του Λαϊκού Κόμματος. Ο Πατρίκιος πρώτευσε στις εκλογές συγκεντρώνοντας 5.279 ψήφους (ποσοστό 30%) και επικρατώντας του βενιζελικού υποψηφίου Κωνσταντίνου Αγγελάκη, ο οποίος έλαβε 4,536 ψήφους (ποσοστό 26%). Όμως ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος ακύρωσε τις εκλογές συνεπικουρούμενος από τους πολιτευτές (τόσο του Λαϊκού όσο και του Κόμματος Φιλελευθέρων) και προκήρυξε νέες για το Δεκέμβριο. Σε εκείνες τις επαναληπτικές εκλογές ο Πατρίκιος εξελέγη κε νέου Δήμαρχος, αποσπώντας το 50,6% των ψήφων έναντι 31,1% για τον υποστηριζόμενο από τον Πάγκαλο Κ. Αγγελάκη. Το 1926 λίγο πριν αναλάβει καθήκοντα η νέα Δημοτική Αρχή, με διαταγή του δικτάτορα Πάγκαλου, αποπέμφθηκαν 7 δημοτικοί σύμβουλοι από την πλειοψηφία "ως κομμουνιστές" και αντικαταστάθηκαν από άλλους της μειοψηφίας. Τον Αύγουστο το καθεστώς απέλυσε το νέο Δήμαρχο. Ο Γεώργιος Μουρίκης ήταν ο μοναδικός υποψήφιος του συνδυασμού του Πατρικίου που διορίσθηκε στη θέση τους, καθώς οι περισσότεροι προέρχονταν από τον συνδυασμό του Αγγελάκη, αλλά είχε πάψει να τον στηρίζει. Πλέον συμμετείχε ενεργά στην «αντιπατρικική» παράταξη πρωταγωνιστώντας στη διαμάχη εναντίον του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου Καμμωνά και του δημάρχου Πατρικίου (Μακεδονία, 26/6/1927). Στις εκλογές του 1929 επανεκλέγεται στηρίζοντας τον Νικόλαο Μάνο. Στις δημοτικές εκλογές του 1930 δεν θα εκλεγεί και δεν θα συμμετέχει στο δημοτικό συμβούλιο. Ο Γιώργος Μουρίκης ορίστηκε εκ μέρους του δημοτικού συμβουλίου μέλος της Επιτροπείας της ΕΖΘ από τις 8 Μαΐου 1929. Επίσης, συμμετείχε στην πρώτη περίοδο επιτροπείας ΛΤΘ στις 27 Ιανουαρίου 1930 ως αντιπρόσωπος του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Αποχώρησε από μέλος της Επιτροπείας του ΛΤΘ στις 20/4/1932. Ο πρόεδρος του ΛΤΘ Βασίλης Δημητρίου ευχαρίστησε τον Μουρίκη για την «πολύτιμον συνεργασίνα του κατά το διάστημα της θητείας,» δηλώνοντας ότι «λυπείται δε διότι δια της αποχωρήσεώς του το σώμα χάνει έναν πολύ καλόν συνεργάτην». (Πρακτικά ΛΤΘ, πρώτος τόμος, Συνεδρία 38η, 16/4/1931, 39η Συνεδρία, 19/5/1931, 65η Συνεδρία, 20/4/1932)

Φιλίπποβιτς Μιχαήλ

  • Μέλη Διοίκησης
  • Ανάληψη θέσης: 1929-3-13 Αποχώρηση: 1929-8-7

Ο Φιλίπποβιτς Μιχαήλ ήταν Πολιτικός μηχανικός. Το 1904 έλαβε δίπλωμα Universite-Ecoles, du Genie Civil des Mines et des Arts et Manufactures, Gand. Την περίοδο 1904-1914 εργάστηκε στην Αίγυπτο. Συγκεκριμένα την περίοδο 1904-1908 ως Ελεύθερος επαγγελματίας και κατόπιν ως Μηχανικός Αιγυπτιακών Σιδηροδρόμων. Στη συνέχεια, την περίοδο 1908-1912 εργάστηκε ως Μηχανικός Βελγικής Εταιρείας "Baum et Marpent" (μεταλλικές κατασκευές). Κατά το διάστημα 1912-1914 εργάστηκε ως Μηχανικός Βελγικής Εταιρείας Σιδηροδρόμων Κάτω Αιγύπτου με αντικείμενα έργα σιδηροδρομικά. Μετά το 1914 ήρθε στην Ελλάδα στην Ελλάδα και εργάστηκε ως Μηχανικός. Μετά το 1924 ανέλαβε νομομηχανικός Θεσσαλονίκης. Ο Φιλίπποβιτς Μιχαήλ συμμετείχε στην δεύτερη περίοδο επιτροπείας ΕΖΘ στις 2 Ιουνίου 1926 και στην τρίτη περίοδο επιτροπείας ΕΖΘ στις 17 Απριλίου 1929. Θα αναπληρώσει τον Επιθεωρητή Δημοσίων Έργων Αλέξιο Άκατο. Μετά το θάνατο του Άκατου στις 7 Μαρτίου 1929 ανέλαβε Επιθεωρητής Δημοσίων Έργων Θεσσαλονίκης και τον διαδέχθηκε στη θέση του στην Επιτροπεία της ΕΖΘ στις 13 Μαρτίου 1929. Ο Φιλίπποβιτς Μιχαήλ συμμετέχει στην Επιτροπεία μέχρι που τις 7 Αυγούστου 1929, όταν τον διαδέχθηκε Καρπούζογλου Δημήτριος.

Γιουγκοσλαβική Ελευθέρα Ζώνη Θεσσαλονίκης

  • Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου

Οι συμβάσεις για την Γιουγκοσλαβική Ελευθέρα Ζώνη Θεσσαλονίκης
Στις 19/05/1913 υπεγράφη ελληνο-σερβική Συνθήκη Συμμαχίας. Με το άρθρο 7 η Ελλάδα ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει για πενήντα (50) χρόνια την πλήρη ελευθερία του σερβικού εμπορίου μέσω του λιμένα Θεσσαλονίκης. Το 1914 η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου αποφάσισε την ίδρυση της Ελληνικής Ελευθέρας Ζώνης του Λιμένα της Θεσσαλονίκης (ΕΖΘ) που καταλάμβανε τη μεγαλύτερη έκτασή του. Την ίδια περίοδο η σερβική κυβέρνηση, επικαλούμενη στην υποχρέωση που είχε αναλάβει η Ελλάδα από την ελληνο-σερβική Συμμαχία του 1913, ζήτησε τη δημιουργία Σερβικής Ελευθέρας Ζώνης (ΣΕΖ)στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πριν την έναρξη λειτουργίας της όμως, από το 1914 έως και το 1929, υιοθετήθηκαν μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας τέσσερις Συμβάσεις, (Αθηνών 10-05-1914, Βελιγραδίου 10-05-1923, Αθηνών 17/08/1926, Γενεύης 17/03/1929). Η πρώτη Σύμβαση (1914) προέβλεπε χώρο υπό τη διοίκηση των ελληνικών αρχών και των ελληνικών τελωνειακών νόμων και απάλλασσε το σερβικό διαμετακομιστικό εμπόριο από κάθε φόρο κρατικό ή δημοτικό. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέτρεψε όμως την κύρωση της Σύμβασης αυτής. (Το σχέδιο Σύμβασης για τη Σερβική Ελεύθερη Ζώνη στη Θεσσαλονίκη για τη ρύθμιση της Σερβικής διέλευσης μέσω Θεσσαλονίκης υπογράφηκε στις 10 Μαΐου 1914 στην Αθήνα, αλλά δεν επικυρώθηκε από την Ελληνική Εθνοσυνέλευση λόγω του ξεσπάσματος πολέμου) Ωστόσο, η Ελλάδα παραχώρησε στο σερβικό εμπόριο ελευθερία διαμετακόμισης μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το 1917 η Ελλάδα δέχτηκε, έως το τέλος του 1918, την εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκης ενός σερβικού γραφείου εκτελωνισμού υπό τον έλεγχο των ελληνικών αρχών. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας»)
Στις 10/05/1923 υπογράφηκε νέα ελληνο-σερβική Σύμβαση «περί του διακανονισμού της διά Θεσσαλονίκης διαμετακομίσεως». Με αυτή τη Σύμβαση η ελληνική κυβέρνηση παραχωρούσε για 50 χρόνια χώρο στο δυτικό τμήμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης που ονομαζόταν Σερβική Ελευθέρα Ζώνη. Η ΣΕΖ εγκαταστάθηκε σε περιτειχισμένο χώρο εκτάσεως 94.000 τ.μ. που περιελάμβανε την προβλήτα 2, ενώ το κρηπίδωμα 9 θα εξυπηρετούσε τα πλοία. Επίσης περιελάμβανε δύο μικρές παραλιακές αποθήκες κι ένα μικρό σιλό σιτηρών. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εδάφους και παρέμενε υπό τους νόμους και την άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας») Στις 29 Φεβρουαρίου 1924, η Εθνοσυνέλευση του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβενών επικύρωσε το Νόμο για τη Σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβενών και του Βασιλείου της Ελλάδας. Η τροποποίηση της επικύρωσης έγινε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 1924. Η Διοίκηση της ΕΣΖΘ είχε εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη το 1924. Ωστόσο, στις 10 Μαρτίου 1925, πραγματοποιήθηκε η παράδοση του εδάφους της Σερβικής Ελεύθερης Ζώνης. Η δεξίωση έγινε από τον Sava Božić, τον πρώτο διορισμένο διευθυντή της Ζώνης, ως όργανο υπαγόμενο στο Υπουργείο Οικονομικών του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.
Η Σερβική Ζώνη θα πλήρωνε ετήσιο ενοίκιο για τη χρήση τμήματος του παλαιού λιμένα. Το ενοίκιο αυτό αρχικά καταβαλλόταν στην Γαλλική Εταιρία που είχε το προνόμιο της χρήσης του χώρου και κατόπιν στο ΛΤΘ που την διαδέχθηκε. (Πρακτικά ΛΤΘ, πρώτος τόμος, 76η Συνεδρίαση, 14/10/1932) Ο Έλληνας Λιμενάρχης ασκούσε αστυνομική και δικαστική εξουσία έχοντας δικαίωμα εισόδου σε περίπτωση ανάγκης για διενέργεια ανάκρισης. Επίσης, σε περίπτωση δικαστικής επέμβασης, η ανάκριση διεξαγόταν από τις ελληνικές δικαστικές αρχές και η Διεύθυνση της Σερβικής Ζώνης όφειλε να παρέχει την αναγκαία συνδρομή. Τέλος, η εσωτερική αλληλογραφία της ζώνης θα διεξαγόταν στη σερβική γλώσσα. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στις 14/06/1924 με 50ετή ισχύ από τις 15/06/1924. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας»)
Στις 14 Νοεμβρίου 1924, η Γιουγκοσλαβία κατήγγειλε το σύμφωνο συμμαχίας με την Ελλάδα ως αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας εξαιτίας των ανοιχτών ζητημάτων σχετικά με την Ελεύθερη Ζώνη και την σιδηροδρομική μετακίνηση. Ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος επιθυμώντας την γιουγκοσλαβική συμμαχία αποδέχτηκε όλες τις σερβικές απαιτήσεις. Υπογράφοντας στις 17/8/1926, μία νέα σύμβαση δημιουργήθηκε ουσιαστικά μια ξένη αυτονομία κάτω υπό μια αδύναμη ελληνική επίβλεψη. (Bakić, Dragan. "The port of Salonica in Yugoslav foreign policy 1919-1941." Balcanica 43 (2012): 191-219, σ. 202) Φαίνεται πως η συνθήκη αυτή συνέβαλε στην ένταση της δυσαρέσκειας εναντίον της δικτατορικής κυβέρνησης η οποία οδήγησε λίγες ημέρες αργότερα στην πτώση της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο τύπος της Θεσσαλονίκης, πιστεύοντας ότι η εφαρμογή των Ελλήνων-Γιουγκοσλαβικών συνθηκών θα ήταν επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα υπερτονίζει το γεγονός ότι υπογράφηκε σε μια περίοδο εσωτερικής αναταραχής. (Mouzakiti, Aggeliki. "Reports on Yugoslavia in the press of Thessaloniki, 1924-1929." Balkan Studies 45.1 (2004), σσ. 135-144, σ. 141.) Τέλος, με την τρίτη αυτή σύμβαση επιτρεπόταν στην Σερβία να εκμισθώνει τη Ζώνη σε άλλες χώρες χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη της Ελλάδας.
Τελικά, το 1928 η Σύμβαση της 17/08/1926 απορρίφθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο ως βλαπτική για τα ελληνικά συμφέροντα. Με την εγκατάσταση της κυβέρνησης Βενιζέλου, ξεκίνησαν την ίδια χρονιά νέες διαπραγματεύσεις οι οποίες κατέληξαν σε νέα σύμβαση στις 17/3/1929 στην Γενεύη στα πλαίσια ενός νέου συμφώνου φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Σύμφωνα με τους Σαμιώτη και Πρέκα, «οι κοινοί φόβοι για την αυξανόμενη επιρροή της φασιστικής Ιταλίας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων φαίνεται ότι άνοιξε το δρόμο για την επίλυση του ζητήματος. Η σύμβαση προσδιόριζε με πέντε πρωτόκολλα το καθεστώς λειτουργίας της (τελωνειακό, λιμενικό, σιδηροδρομικό, ανταπόκριση και κτηνιατρικό)». Η σύμβαση λειτουργίας της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης έγινε αποδεκτή στον κόσμο της Θεσσαλονίκης ως μια μη επιθυμητή και αναγκαστική υποχώρηση της Ελλάδας προς τους συμμάχους της. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας») Στο πλαίσιο των διεργασιών αυτών η ΕΕΖΘ πραγματοποίησε συνεδρίαση, στις 28/09/1928, για να επανεξεταστεί το κείμενο της Σύμβασης του 1923 και μετέφερε τις απόψεις της στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι η Σύμβαση δεν έπρεπε να δίνει κανένα δικαίωμα στους Σέρβους να μεταφέρουν μέσω της ΣΕΖ εμπορεύματα ξένων Κρατών, ούτε για την πώληση από την εν λόγω Ζώνη Σερβικών προϊόντων στο εσωτερικό της Ελλάδας, διότι αυτό θα έπληττε τον εμπορικό κόσμο όχι μόνο της Θεσσαλονίκης αλλά και όλης της χώρας σε όφελος του Σερβικού εμπορίου. Επί του περιεχομένου άλλων προτεινόμενων άρθρων που ακολουθούσαν, η ΕΕΖΘ κυρίως παρατήρησε ότι η ίδρυση Τελωνείου στη Σερβική Ζώνη, δηλαδή η ύπαρξη ξένης επίσημης κρατικής αρχής επί ελληνικού εδάφους, έθιγε την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Επίσης, θεωρούσε ότι το προσωπικό έπρεπε να αποτελείται αποκλειστικά από Έλληνες υπηκόους, διότι η Σύμβαση του 1923 έδωσε στη Σερβία εμπορικές ευκολίες, όχι όμως και το δικαίωμα να καταστεί αυτή έδρα και χώρος εργασίας για τους σέρβους υπηκόους. Παράλληλα επεσήμανε ότι δεν θα έπρεπε για κανένα λόγο να αφαιρεθούν αρμοδιότητες από τον Έλληνα Λιμενάρχη. (Πρακτικά ΕΖΘ, Συνεδρία 298, 28/9/1928. Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας»)
Με την τελευταία Σύμβαση, η ελληνική κυβέρνηση παραχώρησε δωρεάν για 50 χρόνια χώρο 94 τετραγωνικών χιλιομέτρων στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Η Ελεύθερη Γιουγκοσλαβική Ζώνη αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εδάφους και παρέμενε υπό τους νόμους και την άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας, όμως επειδή θεωρείται Γιουγκοσλαβική Τελωνειακή περιοχή διοικείται από τις τελωνειακές αρχές της Γιουγκοσλαβίας. Κάθε εμπόρευμα από ή προς την ΕΓΖΘ προς ή από τους μεθοριακούς σταθμούς της Γιουγκοσλαβίας θεωρείται υπό διαμετακόμιση και δεν υπόκειται σε τελωνειακούς δασμούς. Οι 100 εργάτες της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης ήταν εφοδιασμένοι με ειδική ταυτότητα και ήταν υποχρεωτικά Έλληνες υπήκοοι.

Η λειτουργία της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης κατά το μεσοπόλεμο
Η Σερβική Ζώνη ξεκίνησε να λειτουργεί την 1η Ιουλίου 1929. Η Γιουγκοσλαβία πλέον ως «Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας» από 03/10/1929 και όχι η Σερβία, προχώρησε αυτοβούλως στην αλλαγή του ονόματος της Ζώνης από Σερβική σε Γιουγκοσλαβική, χωρίς να προηγηθεί διπλωματική ή άλλη επίσημη ενημέρωση και συζήτηση με την ελληνική πλευρά. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας») Ο Γιουγκοσλαβικός νόμος για τη ρύθμιση της ζώνης τέθηκε σε ισχύ ωστόσο την 1η Απριλίου 1930 και αφορούσε τις εσωτερικές σχέσεις και το οργανόγραμμα. Ως εκ τούτου, η πραγματική λειτουργία και ο κύκλος εργασιών της ζώνης ξεκίνησε το 1930. Το οργανόγραμμα της Ζώνης αποτελούταν από επτά τμήματα: Γραμματεία, Λογιστήριο, Τελωνείο, Σιδηροδρομικό Γραφείο, Λιμενική Υπηρεσία, Ταχυδρομείο, Τηλέγραφος και Τηλέφωνο και Κτηνιατρικός σταθμός. Ωστόσο, οι δύο τελευταίες υπηρεσίες δεν ήταν οργανωμένες, επειδή δεν υπήρχε ανάγκη. Εκτός από τις προαναφερόμενες υπηρεσίες, η Υπηρεσία Εκμετάλλευσης οργανώθηκε στη Ζώνη, η οποία δεν προέβλεπε το Διάταγμα. Την περίοδο αυτή, διευθυντής της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης ήταν ο Nechovits (Νέσοβιτς)
Ο χώρος περιβαλλόταν από την ΕΖΘ και για να εισέλθει κανείς σε αυτήν έπρεπε απαραίτητα να διέλθει την ελληνική ζώνη. Για την αρχική εγκατάσταση ενοικίασε από το Λιμενικό ταμείο τις περιλαμβανόμενες στην περιοχή της αποθήκες, στάβλους και άλλα κτίσματα της παλιάς γαλλικής εταιρίας. Ανήγειρε μόνο ένα κτίριο στο οποίο στεγάστηκαν οι υπηρεσίες της. Οι φορτοεκφορτωτικές εργασίες διενεργούνται ελεύθερα από τους υπαλλήλους της ή μέσω εργολάβων. Οι επισκευές όμως ήταν υπό την ευθύνη της Γαλλικής Εταιρίας και κατόπιν του ΛΤΘ. Για παράδειγμα, όταν τον Μάρτιο του 1935 προέκυψαν 2 εκτροχιάσεις των σιδηροδρόμων στην Ζώνη, το ΛΤΘ ανέλαβε την επισκευή τους. (Πρακτικά ΛΤΘ, τόμος δεύτερος, 151η Συνεδρίαση, 5/4/1935)
Το 1931 ξεκίνησαν πάλι συνομιλίες ανάμεσα σε Σέρβους παράγοντες της πρεσβείας και το ΛΤΘ εκ μέρους του ελληνικού κράτους. Οι Σέρβοι παράγοντες ενδιαφέρονταν ήδη από το 1931 να διεκδικήσουν επέκταση των προνομίων της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης, να εκτελέσουν έργα, αλλά και να αποκτήσουν εισπρακτικά δικαιώματα, όπως π.χ. το αγκυροβόλιο στα πλοία που πλεύριζαν την γιουγκοσλαβική προβλήτα. Το ελληνικό κράτος επέτρεπε ελεύθερα την κατασκευή κτιρίων πάνω στην προβλήτα της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης, ενώ για την εκτέλεση λιμενικών έργων θα έπρεπε η ΓΕΖ να πάρει ειδική άδεια. Μάλιστα, το ΛΤΘ ενέταξε στα δικά του σχέδια για λιμενικά έργα και την συγκεκριμένη περιοχή εν όψει αυτού του ενδεχομένου. Επιπλέον το ΛΤΘ παρέδωσε δωρεάν στην ΓΕΖ δύο γερανούς για να διευκολύνει την φορτοεκφόρτωση. Τέλος, με βάση τη σύμβαση που το Σερβικό κράτος είχε υπογράψει με την Γαλλική Εταιρία η Γιουγκοσλαβική Ζώνη απέδιδε μίσθωμα στο ΛΤΘ, εφόσον το ΛΤΘ μίσθωνε τις λιμενικές εγκαταστάσεις από την Γαλλική Εταιρία. Ωστόσο, όταν το 1944 θα έληγε επισήμως η υποχρέωση του ελληνικού κράτους έναντι της Γαλλικής Εταιρίας, το ΛΤΘ θα επέτρεπε στην Γιουγκοσλαβική Ζώνη να λειτουργεί χωρίς μίσθωμα. Οι συνομιλίες με το ΛΤΘ σταμάτησαν στις αρχές του 1932 και συνεχίστηκαν σε κυβερνητικό επίπεδο. (Πρακτικά ΛΤΘ, πρώτος τόμος, 51 Συνεδρία, 25/9/1931, 56η Συνεδρία, 2/12/1931, 58η Συνεδρία, 20/1/1932) Τον Σεπτέμβριο του 1932 το ΛΤΘ αποφάσισε να αυξήσει το μίσθωμα που πλήρωνε η Σερβική Ζώνη σε 3 εκατομ. δρχ. Το επιχείρημα ήταν ότι αφενός το ΛΤΘ χρειάζεται έσοδα για να εκπονήσει τα λιμενικά έργα και αφετέρου η Γιουγκοσλαβική Ζώνη εμφάνιζε αύξηση των εσόδων της σε σχέση με το προηγούμενο έτος κατά 40%. (Πρακτικά ΛΤΘ, πρώτος τόμος, 76η Συνεδρίαση, 14/10/1932) Γενικά, φαίνεται πως οι Σέρβοι τελικά προτιμούσαν να καταβάλλουν τα διάφορα δικαιώματα και ενοίκια από το να αναλάβουν την εκμετάλλευση του λιμένα έναντι ορισμένου ποσού, υποχρέωση που συνοδευόταν με λιμενικά έργα. (Πρακτικά ΛΤΘ, δεύτερος τόμος, 89η Συνεδρία, 11/4/1933) Στην πράξη η ΓΕΖ λειτουργούσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως ένας επιπλέον εργολάβος, αφού τα λιμενικά έργα της περιοχής τους εντάχθηκαν στο σχεδιασμό του ΛΤΘ. Η ΓΕΖ απλώς οικοδομούσε κτίρια και αποθήκες πάνω στο λιμάνι που το ΛΤΘ είχε την ευθύνη επισκευής και προηγουμένως η Γαλλική Εταιρία είχε κατασκευάσει.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργούσαν περίπου 100 διαφορετικές εμπορικές εταιρείες και δύο τράπεζες στη Θεσσαλονίκη, που ανήκαν σε Σέρβους πολίτες. Έχοντας λάβει προηγουμένως τη συμφωνία της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων ενέκρινε το Καταστατικό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του Βασιλείου στη Θεσσαλονίκη με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 1921. Μέλη του Επιμελητηρίου θα μπορούσαν να είναι μόνο οι Σέρβοι πολίτες που ασχολούνται με το εμπόριο στη Θεσσαλονίκη. Ο αριθμός των μελών ήταν περίπου 140. Το Επιμελητήριο, ως ημι-επίσημο γραφείο εκπροσώπησης, είχε το δικαίωμα να εκδίδει πιστοποιητικά καταγωγής αγαθών, χρήσεις αγοράς (προθεσμία πληρωμής συναλλάγματος), να πιστοποιεί εμπορικά έγγραφα και να μεταφράσει επίσημα ή εμπορικά έγγραφα. Εξέδιδε ένα εβδομαδιαίο δελτίο σχετικά με την κατάσταση της αγοράς, τις μεταβολές των τιμών και παρείχε πληροφορίες οικονομικής φύσης. Από το 1922 έως το 1927, το Επιμελητήριο λειτουργούσε τους «Σέρβικους στάβλους», οι οποίοι ανεγέρθηκαν από την Κυβέρνηση του Βασιλείου της Σερβίας στη Θεσσαλονίκη το 1908 με σκοπό να εξυπηρετήσουν τη σερβική διαμετακομιστική κίνηση βοοειδών. Το 1925, το Επιμελητήριο οικοδόμησε το κτίριο με τα γραφεία του στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου διοργάνωσε επίσης εμπορική έκθεση. Η Ζώνη και το Επιμελητήριο ήταν ανεξάρτητα στο έργο τους και είχαν τους δικούς τους ξεχωριστούς προϋπολογισμούς. (UGOSLOVENSKA SLOBODNA ZONA U SOLUNU 1945-1976, Biblioteka informativnih sredstava)
Ο κύκλος εργασιών στη Γιουγκοσλαβική Ζώνη για την περίοδο από το 1929 έως το 1939 ήταν συνολικά περίπου 1.800.000 τόνοι εισαγωγών και ο ίδιος αριθμός τόνων εμπορευμάτων εξήχθη στο εξωτερικό. Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει σημαντική αλλαγή στη διαμετακομιστική κίνηση μέσω Θεσσαλονίκης όσον αφορά τη δομή και την ποσότητα των εμπορευμάτων. Ενώ το Βασίλειο της Σερβίας εξήγαγε περίπου 80.000 τόνους τροφίμων και ζωικών προϊόντων μέσω της Θεσσαλονίκης το 1911, από το 1933 έως τις αρχές του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας έστειλε περίπου 160.000 τόνους ετησίως μέσω της Θεσσαλονίκης, κυρίως μόλυβδος, μεταλλεύματα χρωμίου και ψευδαργύρου και συμπυκνώματα, και εισάγει περίπου 40.000 τόνους αλατιού. (UGOSLOVENSKA SLOBODNA ZONA U SOLUNU 1945-1976, Biblioteka informativnih sredstava) Στο γράφημα παρουσιάζεται η εμπορική κίνησης της ΕΓΖΘ την περίοδο 1929-1939. Οι συνεχείς γραμμές με τα έντονα χρώματα υποδεικνύουν ανά έτος και με αριθμούς την σε τόνους εισαγωγή (μπλε χρώμα) και εξαγωγή (πορτοκαλί χρώμα) των γιουγκοσλαβικών εμπορευμάτων. Οι διακεκομμένες γραμμές με τα απαλά χρώματα καταδεικνύουν αντίστοιχα την ανοδική πορεία τους. Μέχρι το 1932, η αύξηση είναι μεγαλύτερη, ενώ μέχρι το 1938 η κίνηση παραμένει σταθερή με χρονιά κορύφωσης το 1934. Το 1939 φαίνεται ότι εν όψει του πολέμου η κίνηση πέφτει. Η εξαγωγή περιλάμβανε κυρίως μεταλλεύματα, ενώ η εισαγωγή κυρίως αλάτι.

Το εμπόριο μέσω Θεσσαλονίκης κατελάμβανε μόνο το 7% του όλου όγκου του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της Γιουγκοσλαβίας, ενώ το υπόλοιπο 93% διεξαγόταν από τους λιμένες της Αδριατικής. Κατά την διάρκεια της λειτουργίας της ΕΓΖΘ διήλθαν από την ελληνική ζώνη διάφορα είδη γιουγκοσλαβικού εμπορίου, όπως τυροκομικά προϊόντα, καθώς η ΕΓΖΘ δεν διέθετε ψυγεία, βαριά αντικείμενα καθώς στερούταν η ίδια γερανούς με μεγάλη ανυψωτική δύναμη, ξυλεία κ.α. Η κίνηση αυτή των γιουγκοσλαβικών εμπορευμάτων προερχομένων και εξερχομένων από και προς την ΕΖΘ αποτυπώνεται στο επόμενο γράφημα. Η κίνηση διατηρείται υψηλή μέχρι τη λειτουργία της ΕΓΖΘ, ενώ πέφτει με διάφορες διαβαθμίσεις τα επόμενα χρόνια. (Δ.Γ. Παπαμιχαλόπουλος, Η Ελευθέρα Σερβική Ζώνη Θεσσαλονίκης, Αθήνα 1953. Ιωάννης Κ. Βασδραβέλλης, Ο Λιμήν της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 59-63.)
Δεδομένου ότι το εξωτερικό εμπόριο του Βελιγραδίου ήδη διεξαγόταν μέσω των γιουγκοσλαβικών λιμένων για τουλάχιστον οκτώ χρόνια μέχρι την λειτουργία της Ζώνης, δεν υπήρχε πραγματικό οικονομικό κίνητρο για τη χρήση των λιμένων του εξωτερικού, όπως της Θεσσαλονίκης. Συνεπώς, η εθνική οικονομική ανεξαρτησία και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις τις οποίες τα βαλκανικά κράτη δεν μπόρεσαν να επιλύσουν μεταξύ τους ήταν οι κύριες αιτίες για την αποτυχία του σχεδίου για μια βαλκανική ζώνη ελεύθερου εμπορίου στην Θεσσαλονίκη. Ακόμη και αν η ελληνική κυβέρνηση από την πλευρά της είχε προσπαθήσει να απαλλάξει την πόλη από την απομόνωσή της, η καλή θέληση δεν φαίνεται πως ήταν αρκετή. (Srougo, Shai. "Core–Periphery Interactions in the Late and Post-Ottoman Periods: Dependency and the Uneven Development of Thessaloniki: 1870–1936." European Review 21.03 (2013), σσ. 422-434, σ. 428)

Οι ενστάσεις ελληνικών κύκλων για τη Γιουγκοσλαβική Ζώνη
Η λειτουργία της Ζώνης ποτέ δεν ήταν αρεστή στον εμπορικό κόσμο της Θεσσαλονίκης και θεωρήθηκε ένας κακός συμβιβασμός, διάχυτος ήταν ο κινδυνολογικός λόγος περί σοβινιστικών σχεδίων του σερβικού κράτους, αλλά και ως πάτημα για κατασκοπεία. Οι διαπραγματεύσεις με τους Γιουγκοσλάβους κατέληξαν το καλοκαίρι του 1934 σε μία νέα συμφωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφημερίδα Μακεδονία προσπαθεί να κωδικοποιήσει όλους τους αντισερβικούς φόβους σε ένα άρθρο «Πως δρα η κατασκοπεία εις την Θεσσαλονίκην μας» με σκοπό μάλλον να κατευθύνει έμμεσα τις διαπραγματεύσεις. Σε αυτό λοιπόν αναφέρεται πως οι Σέρβοι «ειμπορεί να είναι οι καλλίτεροί μας γείτονες, αλλά δεν ημπόρουν ν’ απαλλαγούν από την γοητείαν διαφόρων δραματισμών». Σε αυτήν την κατεύθυνση, ενώ εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος για εμπορικούς σκοπούς μέσω της Σερβικής Ζώνης, διατηρούν σε αυτή μόνιμη πηγή πληροφοριών και για αυτό το λόγο τοποθέτησαν σε αυτή ως υπαλλήλους ανθρώπους του στρατού και συγκεκριμένα αξιωματικούς. Μετά την αποκάλυψη, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν εξηγήσεις και το σερβικό προξενείο απάντησε πως οι υπηρετούντες υπάλληλοι είναι απότακτοι. Ωστόσο, οι εφημερίδα επισημαίνει πως πρόκειται για μικρούς σε ηλικία σχετικά ανθρώπους. Επιπλέον η εφημερίδα κατηγορεί την Ζώνη για λαθρεμπόριο, καθώς το ελληνικό κράτος δεν έχει το δικαίωμα του ελέγχου. Μάλιστα, επισημαίνει τον κίνδυνο εμπορίας όπλων, ενώ αποκαλύπτει πως δια μέσω της ζώνης σέρβοι, εν αγνοία των σερβικών αρχών, φυγαδεύοντας χρυσό έξω από τα ελληνικά σύνορα. Επίσης, συνδέει με τα σχέδια των Σέρβων το μνημείο που κατασκευάστηκε στο νεκροταφείο των πεσόντων του παγκοσμίου πολέμου διότι θυμίζει φρούριο. Για όλους αυτούς τους λόγους, ο συντάκτης της εφημερίδας ζητεί την στενή παρακολούθηση των υπαλλήλων, όχι διότι θα προκύψει κάποια απόδειξη, αλλά απλώς για να μην έχουν ελευθερία κινήσεων. (Μακεδονία, 15,16/3/1934)
Τον Ιούλιο του 1934, η ελληνική κυβέρνηση των Λαϊκών υπέγραψε μια νέα ελληνοσερβική εμπορική σύμβαση προκαλώντας εκ νέου αρνητικά σχόλια. Η εφημερίδα Μακεδονία σημείωνε πως «την επάθαμεν πάλιν υπό τους Σέρβους» καθώς δεν διευθετήθηκε το ζήτημα των κομίστρων για των ελληνικών προϊόντων στους σερβικούς σταθμούς, ενώ αγνοήθηκαν η οπωροπαραγωγή. (Μακεδονία, 6/7/1934)

Η Γιουγκοσλαβική Ζώνη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Ζώνη είχε επανειλημμένως βομβαρδιστεί από τους Γερμανούς. Στις 04/09/1941 τα Γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στην Θεσσαλονίκη και την ίδια μέρα και ο χώρος της Ζώνης καταλαμβάνεται. Η ΕΓΖΘ δεν λειτούργησε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Οι Γερμανοί τη χρησιμοποιούσαν ως ανθυποβρυχιακή βάση και μάλιστα την ανατίναξαν πριν την αποχώρησή τους από την πόλη το 1944 καταστρέφοντας αποβάθρες και σιδηροδρομικές γραμμές. Λεηλάτησαν τον εξοπλισμό του Κτιρίου Διοίκησης και κατέστρεψαν το αρχείο της ΕΓΖΘ. Επίσης, το κτίριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας στη Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους το 1941, οι οποίοι λεηλάτησαν όλη την περιουσία του.
Μετά την απόσυρση των Γερμανών, η περιοχή της Ζώνης καταλήφθηκε από ελληνικές και βρετανικές στρατιωτικές μονάδες. Στις 19/09/1945 κατέφτασε στη Θεσσαλονίκη ο νεοδιορισθέντας αναπληρωτής διευθυντής της ΕΓΖΘ Gojko Κοβάσεβιτς, ο οποίος ήταν καπετάνιος πριν από τον πόλεμο. Η Γιουγκοσλαβική Ζώνη εκκενώθηκε πλήρως από τις βρετανικές και ελληνικές στρατιωτικές αρχές. Ωστόσο, λόγω της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα η Ζώνη έκλεισε και ο Αναπληρωτής Διευθυντής αποχώρησε αναθέτοντας τη λειτουργία της Ζώνη στον Εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ, ενώ ο ίδιος ανέλαβε τον ρόλο του απλού εμπορικού εκπροσώπου.

Η μεταπολεμική λειτουργία της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης
Η Ομοσπονδιακή Λαϊκή (Σοσιαλιστική από το 1963) Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας ήταν το γιουγκοσλαβικό κράτος που ιδρύθηκε κατά το δεύτερο εξάμηνο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν επόμενο να μην επιστρέψει την επάνοδο των Γιουγκοσλάβων στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Από το 1950 όμως άρχισε η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων και άρχισε μια μικρή κίνηση του εμπορίου της νότιας Γιουγκοσλαβίας μέσω της ελληνικής ΕΖΘ η οποία έφτασε το 1951 τους 8.608 τόνους. Στην πράξη η Γιουγκοσλαβική Ζώνη λειτουργούσε χωρίς Γιουγκοσλαβική διοίκηση από τους Έλληνες υπαλλήλους που ήταν επιφορτισμένοι για την διαχείριση της γιουγκοσλαβικής διαμετακόμισης. Σύμφωνα με τους Σαμιώτη και Πρέκα, όταν κατά το 1949 οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ της Μόσχας και του Βελιγραδίου διεκόπησαν, οι ΗΠΑ προσέγγισαν την Γιουγκοσλαβία. Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την εξομάλυνση των εληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων ώστε να ενισχυθεί οικονομικά και στρατιωτικά η Γιουγκοσλαβία από τη Θεσσαλονίκη. τον Απρίλιο του 1950, η κυβέρνηση Πλαστήρα άρχισε τις διαπραγματεύσεις με την γιουγκοσλαβική πλευρά καταλήγοντας μεταξύ άλλων στην επαναλειτουργία της Ελευθέρας Ζώνης. Ωστόσο, τόσο εξαιτίας των καταστροφών των Γερμανών όσο και εξαιτίας της πολιτικής έντασης στα Βαλκάνια δεν επέτρεψε την άμεση επαναλειτουργία της ΓΕΖ μέχρι το 1953. Στην περίοδο αυτή απαγορευόταν η ανάρτηση γιουγκοσλαβικής σημαίας καθώς και άλλων γιουγκοσλαβικών εμβλημάτων στη ΓΕΖ, ενώ οι υπάλληλοί της δεν μπορούσαν να αναλάβουν καθήκοντα, χωρίς τη συγκατάθεση των αρμόδιων ελληνικών αρχών. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας»)
Το 1952 η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση ενδιαφέρθηκε για την επαναλειτουργία της ΓΕΖ και αποφάσισε την κατασκευή έργων σε αυτή. Τον Μάρτιο του 1953, το Ομοσπονδιακό Εκτελεστικό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας καθόρισε δάνεια για την ανοικοδόμηση και την κατασκευή της Ζώνης, περίπου 200 εκατομμύρια δηνάρια και 100 εκατομμύρια δολάρια σε ξένο νόμισμα. Επίσης, στις 27 Ιουνίου 1953 εξέδωσε διάταγμα για την οργάνωση της Γιουγκοσλαβικής Ελεύθερης Ζώνης στη Θεσσαλονίκη, το οποίο υπεγράφη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το διάταγμα, η ελεύθερη ζώνη στη Θεσσαλονίκη έχει το επίσημο όνομα "Γιουγκοσλαβική Ελεύθερη Ζώνη", υπό τη διαχείριση της Διεύθυνσης Ζώνης ως τελωνειακής αρχής. Το οργανόγραμμα της Ζώνης ήταν ίδιο με το μεσοπολεμικό. Ωστόσο, δύο υπηρεσίες, το Ταχυδρομείο, Τηλέγραφος και Τηλέφωνο και ο Κτηνιατρικός σταθμός δεν λειτουργούσαν, διότι αρχικά δεν υπήρχε ανάγκη για να λειτουργήσουν αργότερα. Επιπλέον λειτουργούσε, η Υπηρεσία Εκμετάλλευσης η οποία δεν προβλεπόταν από το νέο διάταγμα. Η Υπηρεσία αυτή μέσω μιας σύμβασης στα 1958/59 παραδόθηκε σε δύο εταιρείες μεταφορών από την Γιουγκοσλαβία την "Jugošped" από το Βελιγράδι και την "Transjug" από τα Σκόπια. Τα έργα για την ανοικοδόμηση της Ζώνης ξεκίνησαν στις 29 Μαΐου 1953 και ανατέθηκαν στην Ναυτιλιακή Κατασκευαστική Εταιρεία της Rijeke (Ριέκα). Η μετακίνηση των τρένων στη Ζώνη χρηματοδοτήθηκε και οργανώθηκε από την Γενική Διεύθυνση των Γιουγκοσλαβικών Σιδηροδρόμων. Το πρώτο γιουγκοσλαβικό πλοίο που μπήκε στη Ζώνη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο "Vis" στις 12 Ιουνίου 1953 και ακολούθησαν την ίδια χρονιά άλλα τρία πλοία. Και τα τέσσερα πλοία εκφόρτωσαν υλικό για την ανοικοδόμηση της Ζώνης. Η Ζώνη λειτούργησε την 1η Αυγούστου 1954 και τον Δεκέμβριο του 1954 ξεκίνησε η κανονική διέλευση μέσω της Ζώνης. Το πρώτο γιουγκοσλαβικό εμπορικό πλοίο ήταν το ατμόπλοιο Brod «Kosmaj» στις 25 Μαρτίου 1955, με φορτίο 7.700 τόνων σίτου προερχόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και με προορισμό τη Γιουγκοσλαβία. Το 1958 ξεκίνησε η διέλευση ζώντων βοοειδών. Η Γιουγκοσλαβική Ζώνη παρέμεινε υπό τη δικαιοδοσία των ομοσπονδιακών αρχών εξωτερικού εμπορίου μέχρι την 1η Απριλίου 1965. Τότε, σύμφωνα με ένα νέο νόμο για τα ομοσπονδιακά διοικητικά όργανα, η Διεύθυνση της Ζώνης στη Θεσσαλονίκη έπαψε να είναι ανεξάρτητη ομοσπονδιακή διοικητική αρχή και συνέχισε τις εργασίες με το ίδιο όνομα, ως ανεξάρτητος φορέας που ασκεί δραστηριότητες συμφερόντων της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Η εποπτεία του έργου της Διεύθυνσης Ζώνης ανατέθηκε στην Ομοσπονδιακή Γραμματεία Μεταφορών και Επικοινωνιών.

Η κίνηση εμπορευμάτων
Από το Αρχείο της ΓΕΖ φαίνεται πως το 1946 το λιμάνι της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά τροφίμων της UNRRA στην Γιουγκοσλαβία. Επίσης. Η Γιουγκοσλαβία προμηθευόταν θηραϊκή γη από την Ελλάδα για τις ανάγκες της Ναυτικής Διοίκησης στο Σπλιτ προσφέροντας τσιμέντο. Εξήγαγε κονσερβοποιημένα ψάρια. Την δεκαετία του 1950 φαίνεται ότι διεξαγόταν εμπόριο καλαμποκιού, που θα διατηρηθεί για δεκαετίες.
Από το έτος 1956 η κίνηση της ΓΕΖ εισήλθε σε νέα φάση. Η διέλευση εμπορευμάτων εξωτερικού είτε από είτε προς την Γιουγκοσλαβία είχε αλματώδη άνοδο. Τα προερχόμενα εμπορεύματα από την Γιουγκοσλαβία ήταν κυρίως μεταλλεύματα μόλυβδου, χρωμίου και αμιάντου, σίδηρος μπετόν, ξυλεία, μάρμαρα, αραβόσιτος, καπνός, όσπρια, τυριά, ενώ τα κατευθυνόμενα προς την Γιουγκοσλαβία σιτάρι, βαμβάκι, ηλιόσπορος, ζάχαρη, αλάτι, πρώτη ύλη τσιμέντου, σίδηρος ακατέργαστος. Η κατεύθυνσή τους ήταν κυρίως οι νότιες επαρχίες της Γιουγκοσλαβίας. Συνολικά η εμπορευματική κίνηση της ΓΕΖ αντιπροσωπεύει τα 12,6% της όλης κίνησης του λιμένος Θεσσαλονίκης. Το 1959 η εισαγωγική κίνηση αυξάνεται, αλλά το 1960 σημειώνει πτώση εξαιτίας της μείωσης της εισαγωγής σίτου. Τα επόμενα χρόνια η εισαγωγική κίνηση εκτινάσσεται κυρίως λόγω της αυξημένης ποσότητας σίτου, λιπασμάτων, μηχανημάτων, γεωργικών μηχανών, χρωμίου και βαμβακιού, ενώ η εξαγωγική ελαττώνεται. Το 1966 είναι η χρονιά κορύφωσης της εμπορικής κίνησης της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης, ενώ έκτοτε ακολουθεί πτωτική τάση. Οι χώρες με τις οποίες διεξήγαγε εμπόριο ήταν η Ελλάδα, η Αίγυπτος, η Ανατολική Γερμανία, οι ΗΠΑ, Ιορδανία, Ιταλία, Λίβανος, Η. Β. Μ. Βρετανίας, Πολωνία, Τυνησία, Σουηδία.

Οι σχέσεις των δύο φορέων λιμένος
Η πρώτη διαμάχη μεταξύ της Διεύθυνσης Ζώνης και της Λιμενικής Διοίκησης στη Θεσσαλονίκη σχετικά με την ελεύθερη χρήση των λιμενεργατών κατά την εκφόρτωση πλοίων κατά μήκος της αποβάθρας της Ζώνης δημιουργήθηκε στις 30 Ιουλίου 1953, κατά την παραμονή του πλοίου "Uzice" (το οποίο έφερε υλικό για την ανασυγκρότηση της ζώνης). Τέτοιες και άλλες παρόμοιες διαφορές με τις ελληνικές λιμενικές αρχές και τις λιμενικές οργανώσεις ήταν συχνές, μέχρι τον τερματισμό της ζώνης. Το 1953 ο Δ. Γ. Παπαμιχαλόπουλος, πρώην βουλευτής και υπουργός, εξέδωσε στην Αθήνα το βιβλίο με τίτλο Η Ελευθέρα Σερβική Ζώνη Θεσσαλονίκης στο οποίο αμφισβητούσε την αναγκαιότητα επαναλειτουργίας της. Ως απάντηση ο Luka Dančevič, Διευθυντής της Ζώνης, έγραψε δύο μελέτες. Η μία με θέμα "Ιστορία των σχέσεων και εκδηλώσεων που σχετίζονται με τη Γιουγκοσλαβική Ελεύθερη Ζώνη στη Θεσσαλονίκη" ("Historijat odnosa i događaja u vezi Jugoslovenske slobodne Zone u Solunu") και η δεύτερη "Το Λιμάνι Θεσσαλονίκης" ("Solunska luka"). Σύμφωνα με τους Σαμιώτη και Πρέκα, κατά τη δεκαετία του 1960, «ενώ οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία χαρακτηρίζονταν ευμετάβλητες, οι εθιμοτυπικές σχέσεις μεταξύ των Ζωνών ήταν αρκετά καλές Π.χ. Η Γιουγκοσλαβική πλευρά το Μάϊο του 1956 εξέφρασε επισήμως την λύπη της για το θάνατο του Σταύρου Γρηγοριάδη, επί χρόνια προέδρου του Οργανισμού. Υπήρξε όμως και όξυνση των ευρύτερων διμερών σχέσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κρίση Αθήνας-Βελιγραδίου το 1960-1962, με αφορμή την ανακίνηση του “Μακεδονικού Ζητήματος”». Την περίοδο 1961-1964 η γιουγκοσλαβική πλευρά ζητούσε εγκρίσεις για να ξεκινήσει μεγάλα έργα με το επιχείρημα ότι οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις δεν θα ήταν επαρκείς για τη μελλοντική κίνηση της Ζώνης. Ουσιαστικά, όμως επιδίωκε να ξεκινήσει μεγάλα έργα ώστε να διαθέτει επιχειρήματα υπέρ της ανανέωσης της Σύμβασης, καθώς πλησίαζε η εποχή της λήξης της. Πράγματι, στις αρχές του 1964 η Ελληνική ΕΖΘ κατέληξε στη διαπίστωση ότι η αυξημένη κίνηση που παρουσίαζε η ΕΓΖ ήταν ψευδής και διογκωμένη, ενώ η Γιουγκοσλαβική πλευρά τον Μάρτιο του 1964 ζήτησε τον εκσυγχρονισμό της ΕΓΖΘ με το επιχείρημα ότι θα συνέβαλε στην ενίσχυση της ελληνο-γιουγκοσλαβικής συνεργασίας και στην προαγωγή των οικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών. Ωστόσο, «η ελληνική πλευρά ήταν απόλυτα αρνητική στην προοπτική αυτή γιατί θα συνεπαγόταν χρονική επέκταση της ΓΕΖΘ». Μάλιστα, ελληνική πλευρά βρήκε την ευκαιρία να τονίσει προς τους Γιουγκοσλάβους ότι η παραχώρηση της ΕΓΖ θα σταματούσε τον Ιούνιο του 1974, χωρίς η Γιουγκοσλαβική πλευρά να διατυπώσει αντιρρήσεις. Επίσης όλες οι εγκαταστάσεις και υποδομές θα επιστρέφονταν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά τη λήξη της Σύμβασης χωρίς αντιπαροχή. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας») Από την 1 Απριλίου 1965, η Διεύθυνση της ΓΕΖ Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή και συνέχισε να λειτουργεί υπό τον ίδιο τίτλο ως ανεξάρτητος φορέας συμφερόντων της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Την εποπτεία της είχε αναλάβει η Ομοσπονδιακή Γραμματεία Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Το ζήτημα της ανανέωσης της Σύμβασης του 1923
Η Ελληνική ΕΖΘ διαφωνούσε με την ανανέωση ή παράταση του συμβατικού χρόνου. Ωστόσο, εφόσον δεν γινόταν εφικτό, πρότεινε τη χωροταξική μετακίνηση της Γιουγκοσλαβικής Ζώνης στο δυτικό τμήμα του λιμένα για να μην χωρίζει την Ελληνική Ζώνη δυσκολεύοντας την επικοινωνία, αλλά και για να μην δίνει την δυνατότητα στην γιουγκοσλαβική πλευρά να «παρακολουθεί» το υπόλοιπο τμήμα του λιμανιού της. Επιπλέον, πρότεινε η ενδεχόμενη νέα σύμβαση να έχει δεκαετή διάρκεια, απαλλαγμένη από ασάφειες και παραχωρήσεις που θα έθιγαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Κράτους. Τέλος, θα έπρεπε να ασκείται τελωνειακός έλεγχος από Έλληνες πολίτες και να απασχολείται προσωπικό του ελληνικού φορέα. Το 1971 ζητήθηκε η άποψη του ΟΛΘ για την ΓΕΖΘ από το Υπουργείο Ναυτιλίας – Μεταφορών – Επικοινωνιών. Ο ΟΛΘ πρότεινε τη βελτίωση υπέρ της ελληνικής πλευράς των όρων της βασικής Σύμβασης του 1923, ενώ ξεκαθάριζε πως θα ήταν σκοπιμότερο για λόγους εθνικούς, τεχνικούς και οικονομικούς να μην ανανεωθεί η Σύμβαση αυτή, καθώς το διαμετακομιστικό εμπόριο της Γιουγκοσλαβίας θα μπορούσε να συνεχίσει να διεξάγεται από την Ελληνική Ζώνη. Πράγματι, τον Ιανουάριο του 1974 η Ελλάδα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο μη ανανέωσης της Σύμβασης, με το σκεπτικό ότι η Ελληνική Ζώνη θα μπορούσε να εξυπηρετεί την Γιουγκοσλαβία όπως εξυπηρετούσε. Αντιθέτως, η γιουγκοσλαβική πλευρά επιθυμούσε την ανανέωση της Σύμβασης για γενικότερους δικούς της λόγους οικονομικούς και εθνικο-πολιτικούς προβάλλοντας καθαρά εμπορικά επιχειρήματα. Το βασικότερο επιχείρημά της ήταν η προβολή τεχνητής και διογκωμένης διακίνησης γιουγκοσλαβικών εμπορευμάτων μέσω της ΓΕΖΘ. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας»)
Σύμφωνα με τους Σαμιώτη και Πρέκα, τον Μάιο του 1974 ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με σκοπό να υπογραφεί νέα συμφωνία για την εξυπηρέτηση της Γιουγκοσλαβικής διαμετακόμισης μέσω του λιμένα Θεσσαλονίκης. Η Γιουγκοσλαβία διεκδικούσε την παράταση της ΓΣΕ της για δεκαεννέα έτη, σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά. Τελικά, συμφωνήθηκε αμοιβαία η Συμφωνία του 1923 να θεωρηθεί λήξασα και τα δύο μέρη να οδηγηθούν σε σύναψη νέου συμφώνου. Το ΔΣ του ΟΛΘ θεώρησε θετικό τον τερματισμό του προηγούμενου θεσμικού πλαισίου και στήριξε την άποψη ότι η νέα Συμφωνία δεν θα έπρεπε να έχει διάρκεια μεγαλύτερη από δέκα χρόνια. Οι διαπραγματεύσεις των δύο μερών συνεχίστηκαν για αρκετούς μήνες, εναλλάξ σε Αθήνα και Βελιγράδι σε φιλικό και εποικοδομητικό κλίμα, αν και η Ελληνική ΕΖΘ συνέχιζε να αντιμετωπίζει μικρής έκτασης και σημασίας προβλήματα στη συνεργασία με την ΓΕΖ κατά το διάστημα αυτό. Η Συμφωνίας υπογράφτηκε στις 03/02/75 και προέβλεπε ότι το διαμετακομιστικό γιουγκοσλαβικό εμπόριο θα διακινείται πλέον μέσω της Ελληνικής ΕΖΘ. Συγκεκριμένα, παρέχονταν οικονομικές διευκολύνσεις και ειδικότερα προτεραιότητα προσέγγισης σε ορισμένα κρηπιδώματα του λιμανιού, εκπτώσεις επί των αποθηκών και δικαίωμα ίδρυσης γραφείων γιουγκοσλαβικού οικονομικού επιμελητηρίου εντός του λιμένα. Στη συμφωνία περιλαμβανόταν επίσης υπέρ της Ελλάδας ο όρος της αμοιβαιότητας. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του λιμένα της Θεσσαλονίκης διαχρονικά και οι σύγχρονες προοπτικές του στο πλαίσιο της «Συμφωνίας των Πρεσπών» (2018)1 και του Δικαίου της Θάλασσας») Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ στις 9 Οκτωβρίου 1975, όταν έγινε η παράδοση των εγγράφων επικύρωσης. Τις επόμενες ημέρες, στην Γιουγκοσλαβική Ζώνη ολοκληρώθηκε η εκφόρτωση του τελευταίου πλοίου και στις 14 Οκτωβρίου 1975, η ΓΕΖ σταμάτησε να παραλαμβάνει και να στέλνει φορτία. Η οριστική εκκαθάριση έγινε στις 25/01/1976.

Το ζήτημα της παράτασης της Συμφωνίας του 1975
Η Συμφωνία του 1975 θα έληγε δέκα χρόνια μετά, δηλαδή το 1985. Όπως αναφέρουν οι Σαμιώτης και Πρέκα, «προβλεπόταν επίσης αυτοδίκαιη παράταση πέντε ετών, εφόσον δεν καταγγελλόταν δύο έτη προ της παρελεύσεως της δεκαετίας, δηλαδή προ της 09ης-10-1983. Όμως φαίνεται ότι η ελληνική πλευρά μετά από κάποια χρόνια άρχισε να προβληματίζεται για πτυχές της Συμφωνίας αυτής». Ο ΟΛΘ αντιμετώπιζε την Σύμβαση ως μετριοπαθή συνέχεια του προηγούμενου καθεστώτος της τέως ΕΓΖΘ το οποίο θα ήταν καλό να τερματιστεί. Επίσης, ο ΟΛΘ θεωρούσε ότι η διαμετακομιστική του κίνησή λόγω της στρατηγικής του θέσης στο χώρο της Βαλκανικής μπορούσε και έπρεπε να αυξηθεί χωρίς παρόμοιες ειδικές κρατικές δεσμεύσεις παρότι η Γιουγκοσλαβία ήταν η πρώτη στη διαμετακόμιση χώρα μέσω του ΟΛΘ με σταθερά έσοδα για αυτόν τα τελευταία χρόνια. Αντίστοιχα, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας ζήτησε από τα Υπουργεία Οικονομικών και Εξωτερικών να αποφασίσουν σχετικά με τη παράταση ή μη της Συμφωνίας πριν από τις 9/10/1983. Η Σύμβαση όμως τελικά δεν καταγγέλθηκε και έτσι παρατάθηκε έως το 1990, με μία επιπλέον παράταση της εν λόγω Συμφωνίας μέχρι το 1995. Όμως τελικά στις 06/10/1993 η Ελλάδα θεώρησε ότι το καθεστώς της Συμφωνίας του 1975 έπρεπε να λήξει, οπότε προέβη σε καταγγελία της. Έκτοτε τα γιουγκοσλαβικά εμπορεύματα διακινούνταν από την Ελευθέρα Ζώνη του Λιμένος της Θεσσαλονίκης, χωρίς ειδικές προνομιακές διατάξεις. Η Γιουγκοσλαβία στην συνέχεια αιτήθηκε το 1995 Ελεύθερη Ζώνη στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όμως το νομικό Κοινοτικό πλαίσιο απαγόρευε τη σύσταση ξένης τελωνειακής Ζώνης σε οποιοδήποτε Κράτος-Μέλος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε όποιες τυχόν ρυθμίσεις γίνονταν για τους Γιουγκοσλάβους θα έπρεπε να γίνουν στο πλαίσιο της Ελεύθερης Ζώνης του λιμένα Θεσσαλονίκης. (Γεώργιος Σαμιώτης, Φωτεινή-Χαριτίνη Πρέκα, «Ο διεθνής ρόλος του

Γαροφάλλου Περικλής

  • Μέλη Διοίκησης
  • Γέννηση: 1885 Ανάληψη θέσης: 1926-5-5 Αποχώρηση: 1929-04-27 Ανάληψη θέσης:1932-05-20 Αποχώρηση: 1934-11-07 Πρόσληψη ΕΖΘ: 1930-06-06 Παραίτηση: 1930(;) Ανάληψη θέσης: 1959-04-03 Αποχώρηση:1959-12-4 Απεβίωσε: 1977-6

Ο Περικλής Γαροφάλλου γεννήθηκε το 1885. Ήταν ναυτικός πράκτορας, μέλος Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, βουλευτής, μέλος και πρόεδρος Συλλόγου Ναυτικών Πρακτόρων, μέλος επιτροπείας ΕΖΘ και ΛΤΘ. Συγκεκριμένα ανέλαβε μέλος της πρώτης περιόδου Επιτροπείας ΕΖΘ ως εκπρόσωπος του Δήμου Θεσσαλονίκης στις 5 Μαΐου 1926, συνέχισε κατά την δεύτερη περίοδο Επιτροπείας ΕΖΘ και παρέμεινε στις 27 Απριλίου 1929. Στις 11 Μαΐου 1932 ορίστηκε εκ νέου μέλος της Επιτροπείας ΕΖΘ και στις 20 Μαΐου 1932 ορίστηκε μέλος της Επιτροπείας ΛΤΘ ως εκπρόσωπος του Δήμου Θεσσαλονίκης και παρέμεινε ως τις 7 Νοεμβρίου 1934.
Ο Γαροφάλλου Περικλής ανέλαβε Προϊστάμενος και διοργανωτής της υπηρεσίας Φορτοεκφορτώσεων Ατμόπλοιων στις 6 Ιουνίου 1930.
Ο Περικλής Γαροφαλλου μετά από αρκετά χρόνια απουσίας του αναλαμβάνει εκπρόσωπος του Συλλόγου ναυτικών Πρακτόρων στις 3 Απριλίου 1959 στην έκτη Περίοδος ΔΣ ΕΖΛΘ. Διαδέχθηκε τον Ευθύμιο Τζαμτζή. Ο Πρόεδρος του ΔΣ ΕΖΛΘ Βασίλειος Πετρίδης απευθύνει χαιρετισμό στον Περ. Γαροφάλλου και εκφράζει την πεποίθηση ότι εκ της μακράς πείρας του περί τα ζητήματα του λιμένος υό τε της ιδιότητός του Ναυτικού πράκτορα αλλά και επειδή είχε διατελέσει κατά το παρτελθόν μέλος της Επιτροπείας ΕΖΘθα συμβάλλει σπουδαίως στο έργο του ΔΣ. Ο Γαροφάλλου λαμβάνοντας το λόγο ευχαριστεί τον Πρόεδρο και λέει πως όσες φορές κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο λιμάνι το έκανε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Στην έβδομη περίοδο θα εκπροσωπήσει το Σύλλογο Ναυτικών πρακτόρων εκ νέου ο Ευθύμιος Τζαμτζής

Κούλας Δημήτριος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1879 Πρόσληψη: 1924-10-1 Απόλυση: 1926-12-8

Ο Δημήτριος Κούλας του Ιωάννη γεννήθηκε το 1879 στα Γιάννενα. Προσλήφθηκε από την ΕΖΘ ως επόπτης εργασιών περιτειχίσματος την 1 Οκτωβρίου 1924 Στις 13 Ιουνίου 1925 μισθός του αυξήθηκε. Στις 16 Ιουλίου 1925 μετατέθηκε στη θέση του θυρωρού κιγκλιδώματος. Στις 26 Μαΐου 1926 θα έχει το βαθμό του εισπράκτορα εκμισθώσεων στο Τμήμα Ιδιωτικών Αποθηκών και Κοινών Αποταμιευτηρίων. Στις 15 Νοεμβρίου 1926 θα προφυλακιστεί «συνεπεία εντάλματος εισαγγελικής αρχής». Πρώτα βέβαια τακτοποίησε όλες τις δοσοληψίες με το Ταμείο της ΕΖΘ. Αφού κρατήθηκε για ένα χρονικό διάστημα από τις αστυνομικές αρχές, αφέθηκε στη συνέχεια ελεύθερος. Στις 4 Δεκεμβρίου 1926, η υπηρεσία με αφορμή τα γεγονότα αυτά άσκησε έλεγχο της διαχείρισής του σχετικά με τις εισπράξεις των εμπορευμάτων. Διαπιστώθηκαν διάφορες ανωμαλίες σε βάρος εκμισθωτών της Ζώνης. Ο Κούλας θα απολυθεί στις 8 Δεκεμβρίου 1926, ενώ η υπόθεσή του θα παραπεμφθεί στους νομικούς συμβούλους. Ο Κούλας επέστρεψε στο ταμείο όσα ποσά είχε εισπράξει από τους ενοικιαστές έναντι οφειλόμενων στη ζώνη ενοικίων. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να καταβάλει και τα υπόλοιπα.

Σεραφειμίδης Κωνσταντίνος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1893 Πρόσληψη ΕΖΘ: 1925-4-13 Παραίτηση: 1954-3-31

Ο Κωνσταντίνος Σεραφειμίδης του Αριστοτέλη γεννήθηκε στην Αμισό (Σαμψούντα) του Πόντου στα 1893. Ήταν τελειόφοιτος Γυμνασίου. Δεν είχε στρατευθεί και ήταν έγγαμος.
Προσλήφθηκε από την ΕΖΘ ως βοηθός του Γραφείου επί δοκιμή στις 14 Απριλίου 1925. Από 1η Αυγούστου ο μισθός του αυξήθηκε και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Εμπορευμάτων. Την 1 Μαΐου 1926 θα έχει τον τίτλο του Λογιστή Β . Την 1 Ιουλίου 1927 προάχθηκε σε Λογιστή Α. Στις 24 Αυγούστου 1929 προάχθηκε σε Εισηγητή. Στις 21 Αυγούστου 1929 έλαβε με την προσαύξηση της τριετίας. Την 1 Απριλίου 1938 τοποθετήθηκε προϊστάμενος Γραφείου στο Τμήμα Μεταφορών. Την 1 Δεκεμβρίου 1937 του χορηγήθηκε προσαύξηση μισθού επειδή συμπλήρωσε δεκαετία. Στις 19 Μαΐου 1939 λαμβάνει επίδομα ευδοκίμου παραμονής στον ίδιο βαθμό. Στις 9 Ιουλίου 1941 λαμβάνει από 1 Δεκεμβρίου 1940 επίδομα ευδοκίμου παραμονής στον ίδιο βαθμό επί τριετία. Από τις 1941-03-22 θα εργαστεί στην Υπηρεσία Λογοκρισίας. Το 1941 πρέπει να μετακινήθηκε σε κάποια υπηρεσία διανομής συσσιτίου. Στις 14 Οκτωβρίου 1942 διατάχθηκε με απόφαση της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας να επανέλθει στην ΕΖΘ. Στις 24 Ιουλίου 1943 αποσπάστηκε στην Υπηρεσία της Επιτροπής Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Θεσσαλονίκης. Την 1 Ιουλίου 1945 παρουσιάστηκε από την απόσπαση. Στις 16 Μαρτίου 1953 αποσπάστηκε προσωρινώς ως προϊστάμενος των γραφείων 1 και 4 του Υποστέγου Λάνκασάιρ. Στις 11 Απριλίου 1954 επανήλθε στο Τμήμα Εισαγωγής και Αποταμίευσης. Στις 31 Μαρτίου 1954 παραιτήθηκε από την υπηρεσία.

Κεφαλάς Μιχαήλ

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1884 Πρόσληψη: 1925-06-17 Συνταξιοδότηση: 1942-12-31

Ο Μιχαήλ Κεφαλάς του Δημήτρη γεννήθηκε στην Βάβδο Χαλκιδικής το 1884, ήταν έγγαμος και έφεδρος οπλίτης. Στις 17 Ιουνίου 1925 προσλήφθηκε στην ΕΖΘ ως φύλακας. Την 1η Μαΐου 1926 θα έχει το βαθμό του φύλακα στην υπηρεσία Ασφάλειας της ΕΖΘ. Την 1η Ιουλίου 1927 θα έχει το βαθμό φύλακας Α΄. Στις 21 Αυγούστου 1927 αυξήθηκε ο μισθός του για τα οικογενειακά βάρη . Την 1 Ιανουαρίου 1937 χορηγήθηκε προσάυξηση 5% για τη συμπλήρωση δεκαετίας. Στις 19 Μαΐου 1939 λαμβάνει επίδομα ευδοκίμου παραμονής στον ίδιο βαθμό. Στις 19 Μαΐου 1941 λαμβάνει προσαύξηση λόγω 15ετίας. Στις 3 Δεκεμβρίου 1942 συνταξιοδοτήθηκε.

Δαμπολιάς Αθανάσιος

  • Υπάλληλοι
  • Γέννηση: 1885 Πρόσληψη: 1925-06-17 Παραίτηση: 1925-11-16

Ο Αθανάσιος Δαμπολιάς γεννήθηκε το 1885 στην Ολυμπία ήταν έφεδρος αξιωματικός. Προσλήφθηκε από την ΕΖΘ ως φύλακας στις 17 Ιουνίου 1925 με απόφαση της Επιτροπείας ΕΖΘ στις 13/6/1925. Θα παραιτηθεί στις 16 Νοεμβρίου 1925.

Results 4341 to 4350 of 5680