Εμφανίζει 1 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή
Τεχνική Υπηρεσία ΛΤΘ Μακεδονικός Αγώνας

Γούλιος Γεώργιος

  • Υπάλληλοι
  • Πρόσληψη: 1937 Άδεια άνευ αποδοχών: 1942-3-20 Απόλυση: 1944-11-27 Επαναπρόσληψη: 1945-7-14 Απόλυση: 1948-8-16

Ο Γεώργιος Γούλιος γεννήθηκε στην Ιεροπηγή Καστοριάς από οικογένεια η οποία συμμετείχε στο Μακεδονικό Αγώνα για «την ουσιαστικήν επικράτησιν της ελληνικής πραγματικότητας». Πράγματι, πρόκειται για μια γνωστή οικογένεια χτιστάδων από το χωριό Λαμπάνιτσα, μετέπειτα Άη Δημήτρης, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα, καθώς πολλά μέλη της συμμετείχαν στην ελληνοβουλγαρική σύγκρουση υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη και έγιναν γνωστοί ως μακεδονομάχοι. Πιθανότατα ο ιερέας Γεώργιος Γούλιος ο οποίος χειροτονήθηκε από τον Καραβαγγέλη με το όνομα Γερμανός για να επιστρέψει στο χωριό από την Αθήνα και να αφοσιωθεί στην αποστολή της εξουδετέρωσης της επιρροή του ιερέα και του δασκάλου που είχαν στείλει οι Βούλγαροι εκεί, ήταν θείος του, αδελφός του πατέρα του. Μετά από βασανιστήρια, ο ιερέας διέφυγε στην Καστοριά και οι Βούλγαροι ξέσπασαν στην αδελφή του, την οποία σκότωσαν μετά από βασανιστήρια, και τα δύο αδέλφια του στο χωριό Ιεροπηγή, διπλανό από τον Άη Δημήτρη-Λαμπάνιτσα, τα οποία δολοφονήθηκαν σε χαράδρα. Αργότερα ο ιερέας Γερμανός καταδικάστηκε σε εξορία και διέφυγε στην Αφρική, όπου και απεβίωσε. Τη δράση του συνέχισε ο γιος του Σταύρος ο οποίος κατετάγη στον ελληνικό στρατό και παρέμεινε σε αυτόν.
Ο Γεώργιος Γούλιος του ΛΤΘ ήταν πιθανότατα γιος ή εγγονός ενός από τα αδέλφια του ιερέα. Ο ίδιος πάντως, όπως από τις επιστολές του προκύπτει, έδρασε κατά το μεσοπόλεμο στο πλαίσιο εθνικών ελληνικών οργανώσεων και για αυτό «παρκολουθήτο υπό της μυστικής υπαρχούσης και δρώσης βουλγαρικής προπαγάνδας» στην περιφέρεια Καστοριάς-Φλώρινας. Μάλιστα, αναφέρει πως ο ίδιος είχε παρέμβει στη φοιτητική λέσχη του ΑΠΘ αναλύοντας «το διατί ιστορικώς η Μακεδονία είναι Ελληνική». Και τότε απειλήθηκε από έναν άλλον συμπατριώτη του φοιτητή, ενώ το ίδιο έπραξε και ο πατέρας του τελευταίου στις αρχές της Κατοχής.

Προσλήφθηκε από το ΛΤΘ ως ωρομίσθιος εργάτης κατά την περίοδο της εκτέλεσης των μεγάλων λιμενικών έργων. Στη συνέχεια Εργαζόταν ως ζυγιστής. Στις 18 Μαρτίου 1942 ζητάει ετήσια άδεια για να εργαστεί στην Γερμανία. Ο ίδιος στην αίτησή του αναφέρει ότι λόγω των οικονομικών συνθηκών ο μισθός της υπηρεσίας δεν είναι ικανός για του καλύψει ούτε τα προσωπικά μέσα συντήρησης ούτε να ενισχύσει «την πενομένην οικογένειάν» του η οποία διαμένει στη Φλώρινα καθώς δεν έχει κανέναν άλλο προστάτη «προ δε του φάσματος ενός βεβαίου εκ πείνης θανάτου» του οποίου τα συμπτώματα είχε αρχίσει ήδη να αντιλαμβάνεται «εις την προϊούσαν σωματικήν [του] εξάντλησιν» εξαιτίας του υποσιτισμού. Συγκεκριμένα, κατά το τελευταίο τρίμηνο η τροφή του αποτελείται «σχεδόν από κύπελον τέιον και κατά διαστήματα ενός τεμαχίου μπομπότας». Ο μισθός του δεν επαρκούσε ούτε για 7 ημέρες. Επίσης, αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο «οι υπάλληλοι σχεδόν άργουν παραμένοντας εις τους διαδρόμους και κυρίως των της τεχνικής υπηρεσίας». Ο ίδιος μάλιστα είχε αναλάβει από την υπηρεσία να εξυπηρετεί τις «την προσωπικήν ή οικογενειακήν ανάγκην του τότε προϊσταμένου αρχιμηχανικού» Συγκεκριμένα, περιπλανιώταν στα διάφορα χωριά της περιφέρειας με εντολή να αγοράσει τρόφιμα, την ίδια ώρα που ο ίδιος υπέφερε από «αφόρητον πείναν». Επίσης, δεν ήταν δυνατό σε αυτόν να επιστρέψει στο χωριό του γιατί, όπως είχε μάθει, οι Βούλγαροι είχαν αρχίσει «να προδιαγράφουν, να προδίδουν ή να συκοφαντούν ελληνικάς οικογενείας και άτομα εις τας Ιταλικάς αρχάς κατοχής». Επιπλέον, αναφέρει πως «από χαρακτήρος» δεν μπορούσε να δράσει «κατά τρόπον ανώμαλον», δηλαδή να χαρτοπαίζει ή «κατά μη θεμιτόν τρόπον». Τέλος, ο ίδιος υποστήριζε πως διέτρεχε κίνδυνο από τους πράκτορες των Βουλγάρων οι οποίοι κινούνταν ελεύθεροι στη Θεσσαλονίκη και την περιφέρεια. Συγκεκριμένα, καταγγέλλει γενικό γραμματέα της βουλγαρικής πολιτικής λέσχης και τον αδελφό γνωστού κομμουνιστή. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να μεταβεί στη Γερμανία για να εργαστεί ως απλός εργάτης ευελπιστώντας ότι θα συντηρήσει τον εαυτό του και θα ενισχύσει την οικογένειά του. Φεύγοντας από την Ελλάδα, όπως ο ίδιος υποστήριζε, θα απέφευγε όλους αυτούς τους κινδύνους, αλλά και θα απέφευγε να βλάψει άλλα άτομα. Η υπηρεσία πράγματι εκτιμώντας «την εξαθλίωσιν της οικονομικής και βιωτικής του καταστάσεως» και λαμβάνοντας τις εξαιρετικές συνθήκες θα χορηγήσει σε αυτόν άδεια άνευ αποδοχών στις 20 Μαρτίου 1942. Ωστόσο, όταν έληξε η άδεια στις 20 Μαρτίου 1943, αυτός δεν επανήλθε στην υπηρεσία του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, μετά από 11 μήνες διαμονής ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια επανόδου στην Ελλάδα, αλλά δεν του χορηγήθηκε. Μετά από 3 μήνες ξαναζήτησε άδεια επανόδου για λόγους υπηρεσιακούς, αλλά η επιθυμία του αυτή χαρακτηρίστηκε σαμποτάζ. Μαζί λοιπόν με 45 άλλους Ρώσους, Ουκρανούς και άλλους Έλληνες μεταφέρθηκαν σε κάτεργα στη Βιέννη και μετά σε ένα στρατόπεδο χιλιάδων ξένων εργατών από Ουγγαρία, Μοραβίαμ Νοϊδορφ. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει, ενώ αργότερα ακολούθησε και ο αποκλεισμός των συνόρων. Απελευθερώθηκε περίπου τον Απρίλιο του 1944, ενώ κατάφερε να φτάσει στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1944. Στις 4 Σεπτεμβρίου κατέθεσε αίτημα επαναπρόσληψης στο ΛΤΘ. Ωστόσο, στις 27 Νοεμβρίου 1944, κατά τη διάρκεια της Εαμοκρατίας, απολύθηκε από το ΛΤΘ με το αιτιολογικό ότι «απέχει αυθαιρέτως και αδικαιολογήτως της εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Στις 12 Ιουλίου 1945, ο Γούλιας κατέθεσε εκ νέου αίτηση επαναπρόσληψης και 2 ημέρες αργότερα, στις 14 Ιουλίου 1945, πράγματι προσλήφθηκε. Στις 16 Αυγούστου 1948, απολύθηκε ξανά λόγω αυθαίρετης και αδικαιολόγητης αποχής από την εργασία του. Αυτή τη φορά δεν είναι γνωστή η αιτία της απουσίας του.